Για να απαντήσει στο επιστημολογικό ερώτημα: «Πώς είναι δυνατή η σκέψη», ο Καντ, συγκρότησε την κριτική του φιλοσοφία, η οποία καθοδηγείται από την Υπερβατολογική Μέθοδο (Tranzendental).
Με τον όρο υπερβατολογικός, ο Καντ αναφέρεται σε ό,τι προηγείται, σαν γεγονός, κάθε εμπειρίας, συνιστά δε προϋπόθεση της εμπειρικής γνώσης. Από την πλευρά της, η εμπειρία (Erfahrung) είναι η συνένωση δύο στοιχείων: της αισθητηριακής αντίληψης [Αισθητικότητα (Sinnlichkeit)] και της Διάνοιας (Verstand – δηλ. η ικανότητα σύνδεσης του παραστασιακού υλικού, σύμφωνα με κανόνες). Από εδώ πρέπει εξάλλου να ξεκινήσουμε για να πραγματευτούμε τα δύο κεντρικά καντιανά ερωτήματα: «Πώς είναι δυνατές οι συνθετικές κρίσεις a priori [δηλαδή οι υπερεμπειρικές λογικές αρχές, με τις οποίες προσεγγίζεται και ερμηνεύεται ο κόσμος της εμπειρίας, στην καντιανή γλώσσα ο κόσμος των φαινομένων (Erscheinungen)];» και «Πώς είναι δυνατή η μεταφυσική ως επιστήμη;». Όσο και αν είναι σχεδόν βέβαιο πως ο αναγνώστης θα αισθανθεί αμηχανία προσπαθώντας να εισδύσει στη σκοτεινή Υπερβατολογική παραγωγή των κατηγοριών (πρώτη και δεύτερη Deduktion) ή στον βαθυστόχαστο Σχηματισμό (Schematismuslehre), ξεκάθαρο γίνεται τόσο το ότι δίχως τις κατηγορίες δεν θα είχαμε συνείδηση αντικειμένων, μα μονάχα αταξινόμητο και χαοτικό περιστασιακό υλικό, όσο και ότι «η φαντασία» είναι ο τόπος του περίφημου Υπερβατολογικού Σχήματος (Schema), το οποίο μας οδηγεί στη δυνατότητα της γνώσης της φύσης, σύμφωνα με αξιώματα, στην υπερεμπειρική καθαρή φυσική επιστήμη.
Η πολυδαίδαλη "Κριτική του Καθαρού Λόγου" ολοκληρώνει την οικοδόμηση του καντιανού κόσμου με τη θέσπιση δύο σαφώς διακεκριμένων μεταξύ τους περιοχών της πραγματικότητας των αντικειμένων. Ο Καντ δανείζεται από την αρχαία φιλοσοφία τη διάκριση φαινομένων και νοουμένων. Ο καντιανός κόσμος των Φαινομένων –ο κόσμος της εμπειρίας– αντιδιαστέλλεται προς τον κόσμο των Πραγμάτων καθ' εαυτά, τα οποία συνιστούν αντικείμενα παντελώς ανεπίδεκτα λόγου, που υπάρχουν μονάχα για τον εαυτό τους και δεν είναι προσπελάσιμα από την ανθρώπινη εμπειρία.
Η ύπαρξη των Πραγμάτων καθ' εαυτά συνιστά μέσα στην καντιανή κατασκευή προϋπόθεση απολύτως αναγκαία για να υπάρξει ο κόσμος των Φαινομένων –τα Φαινόμενα συνιστούν εκφάνσεις των Πραγμάτων καθ' εαυτά– και το Πράγμα καθ' εαυτό κρύβεται πίσω από το Φαινόμενο, καταδικασμένο στην παντοτινή σιωπή, όμως ρυθμίζοντας καίρια την καντιανή συλλογιστική, καθώς ανοίγει τον δρόμο για την ηθική καντιανή φιλοσοφία και για την έννοια της ελευθερίας, η οποία μέσα από την "Κριτική του Πρακτικού Λόγου" ολοκληρώνει το πρόγραμμα της πρώτης κριτικής.
Η προβληματική του Πράγματος καθ' εαυτό έχει σημαδέψει τη νεότερη σκέψη – πρώτα απ' όλα ο Hegel αισθάνεται την υποχρέωση να ανακατασκευάσει τούτη την «προβληματική» κατ' αυτόν έννοια και ίσως θ' αποτελούσε ματαιοπονία να αρκεστεί κανείς μονάχα στην τάδε ή στη δείνα προσέγγιση, τη στιγμή που σύμπασα η σύγχρονη σκέψη ξεπηδά, σε μεγάλο βαθμό, μέσα από τούτη τη βαθυστόχαστη προβληματική. Αυτό που θέλουμε να επισημάνουμε είναι πως το καντιανό Πράγμα καθ' εαυτό χαρακτηρίζεται από την απουσία προσδιορισμών, ανοίγει τον δρόμο προς το «μη προσδιορισμένο», κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση τίθεται εκ μέρους του Καντ ως αίτημα. Ο καντιανός κόσμος και η καντιανή έννοια της ελευθερίας της "Κριτικής του Πρακτικού Λόγου" ρυθμίζονται από τούτον τον χώρο της απουσίας προσδιορισμών. Η έννοια της απροσδιοριστίας δεν είναι μεν ρητά παρούσα στην καντιανή προβληματική (αν εξαιρέσουμε τη θεματική της παράστασης), μα ο δρόμος για την απροσδιοριστία, θα λέγαμε, προλειαίνεται μέσα από τη θεματοποίηση του αχανούς χώρου του Πράγματος καθ' εαυτό, η οποία συνιστά ακραία διαστολή των καντιανών κατηγοριών στα όριά τους και ίσως και διεύρυνσή τους ακόμα και πέραν των ορίων τους. Η θεματοποίηση του Πράγματος καθ' εαυτό συνιστά, κατά τη γνώμη μας, ρητό υπαινιγμό για έναν ολόκληρο χώρο αρχετύπων, σημασιών, ψυχικών και πολιτισμικά προσδιορισμένων ενορμήσεων και γλωσσικών παραπομπών, χώρος ο οποίος υφέρπει της ratio (της συνολικής παράδοσης του ορθού λόγου) και μένει μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα επτασφράγιστος, κυριολεκτικά «άρρητος». Ενας χώρος που σφραγίζεται από την προβληματική της παράστασης (Vorstellung).
Η "Κριτική του Καθαρού Λόγου" (1781) είναι ίσως το σημαντικότερο κείμενο της νεότερης φιλοσοφίας. Στον πρόλογο της Κριτικής του ο Καντ υπόσχεται να βάλει τέρμα στην αέναη διαμάχη των μεταφυσικών συστημάτων και να φέρει την αιώνια ειρήνη στη φιλοσοφία. Προς τον σκοπό αυτόν ο λόγος πρέπει να αναλάβει το πιο επίπονο έργο, το έργο της αυτογνωσίας του, εγκαθιστώντας «ένα δικαστήριο που να του διασφαλίζει από τη μια μεριά τις νόμιμες διεκδικήσεις του αλλά και να του επιτρέπει να αποκρούει κάθε αβάσιμη αξίωσή του σύμφωνα με νόμους αιώνιους και ακίνητους». Ορίζοντας τους νόμους που διέπουν τον λόγο ο Καντ επιχειρεί να περιχαρακώσει το πεδίο ισχύος του έτσι ώστε να μπορούμε να αποφανθούμε οριστικά για τα όρια της χρήσης του. Μόνο έτσι η Μεταφυσική θα γίνει επιστήμη.
Στην Κριτική του ο φιλόσοφος συγκρίνει την αλλαγή στον τρόπο τού σκέπτεσθαι που εισάγει η υπερβατολογική φιλοσοφία του με την επανάσταση του Κοπέρνικου στην αστρονομία. Οπως ο Κοπέρνικος έκανε τον ήλιο να μένει ακίνητος και τη Γη να περιστρέφεται γύρω απ' αυτόν, έτσι και ο Καντ έκανε τον λόγο ακίνητο και τον κόσμο των πραγμάτων να περιστρέφεται γύρω του και να φωτίζεται από εκείνον. Το φως δηλαδή της γνώσης δεν εκπορεύεται από τα πράγματα, αλλά από τον λόγο. Αντίθετα συνεπώς με τη δογματική Μεταφυσική, που πρέσβευε ότι οι έννοιες πρέπει να ρυθμίζονται προς τα αντικείμενα, εκείνος τονίζει ότι τα αντικείμενα πρέπει να ρυθμίζονται προς τις έννοιες. Ανοίγει έτσι ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της φιλοσοφικής σκέψης. Τη θέση της δογματικής Μεταφυσικής παίρνει η κριτική του καθαρού λόγου, ή υπερβατολογική φιλοσοφία, η οποία εξετάζει τις αρχές της προεμπειρικής γνώσης. Οι αρχές αυτές είναι ο χώρος και ο χρόνος ως μορφές της καθαρής εποπτείας, οι καθαρές έννοιες (κατηγορίες) του νου και οι ρυθμιστικές ιδέες του λόγου (κόσμος, ψυχή, θεός).
Η καντιανή φιλοσοφία αποτελεί τον τρίτο δρόμο μεταξύ δογματισμού και σκεπτικισμού, μια πηγαία σύνθεση εμπειρισμού και ορθολογισμού: η αισθητικότητα δίχως τον νου είναι τυφλή, ο νους δίχως την αισθητικότητα είναι κενός. Κοντά στην αισθητικότητα ως ξεχωριστή πηγή γνώσης έχουμε τον νου ως αυτόνομο γνωστικό όργανο που παράγει έννοιες δυνάμει των οποίων είναι δυνατή η εμπειρική γνώση. Η γνώση μας αρχίζει κατά τον Καντ από την εμπειρία. Από την άποψη δηλαδή του χρόνου δεν έχουμε καμιά γνώση που να προηγείται της εμπειρίας. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι απλώς η γνώση πηγάζει από την εμπειρία. Εποπτεία και έννοιες απαρτίζουν τα στοιχεία της ανθρώπινης γνώσης, «έννοιες χωρίς περιεχόμενο είναι κενές, εποπτείες χωρίς έννοιες είναι τυφλές» [...]
Αν ο νους είναι η πηγή των καθαρών εννοιών (κατηγοριών), ο καθαρός λόγος στον Καντ είναι η πηγή ρυθμιστικών ιδεών μέσω των οποίων προσδίδεται ενότητα στα ενεργήματα της νόησης. Ο λόγος σκέπτεται το άνευ όρων, το απόλυτο ως ιδέα, αλλά δεν το γνωρίζει: σκέπτεται δηλαδή την ιδέα του κόσμου ως ολότητα της εξωτερικής εμπειρίας, την ιδέα της ψυχής ως το κοινό σημείο αναφοράς της ολότητας της εσωτερικής εμπειρίας και την ιδέα του Θεού ως το κοινό σημείο αναφοράς της ολότητας εν γένει, της ολότητας όλων των αντικειμενικών προσδιορισμών. Τα αντικείμενα γνώσης της κλασικής μεταφυσικής εκλαμβάνονται τώρα μόνο ως ρυθμιστικές ιδέες του λόγου, όχι όμως και ως αντικείμενα εν δυνάμει γνώσης. Στον Καντ, ο άχρονος Θεός αντικαθίσταται με την ιδέα ενός άχρονου υποκειμένου της εμπειρίας, ενός άχρονου λόγου, ο οποίος ακόμη και στη γνώση της φύσης ως νους δεν μπορεί να συλλάβει το καθ' εαυτό είναι των πραγμάτων. Με την κριτική στροφή της φιλοσοφίας υποσκάπτεται η αριστοτελική θεωρία της αλήθειας ως adaequatio rei et intellectus, ως συμφωνίας δηλαδή της γνώσης με το αντικείμενό της. Για τον Καντ, το να μιλούμε για αντικείμενα ανεξάρτητα από τη σχέση τους με το νοούν υποκείμενο οδηγεί σε ανυπέρβλητες δυσκολίες και αντιφάσεις. Ο κριτικός λόγος αυτοπεριορίζεται, με την έννοια ότι διατηρεί μεν την καθολικότητά του, ωστόσο δεν γνωρίζει το απόλυτο, αλλά τους τυπικούς υπερβατολογικούς όρους της εμπειρίας εν γένει. Ο λόγος γίνεται λόγος των ορίων του κόσμου, πράγμα που σημαίνει ότι φθάνει ως αυτόν αλλά όχι άμεσα ως το θείο. Ο Καντ είναι ο κατ' εξοχήν φιλόσοφος του διαφωτισμού.
Ο διάλογος με τον Καντ παίρνει στην περίπτωση των νεοκαντιανών τον χαρακτήρα της κατάφασης και της παραπέρα ανανέωσης της κριτικής φιλοσοφίας. Με το σύνθημα «επιστροφή στον Καντ» οι φιλόσοφοι της Σχολής του Μαρβούργου (Η. Cohen, Ρ. Natorp, Ε. Cassirer) και της Σχολής της Βάδης (W. Windelband, Η. Rickert) επιχειρούν να εναντιωθούν στη διόγκωση του ψυχολογισμού, που παρατηρείται κατά τη μετάβαση από τον 19ο στον 20ό αιώνα. Αυτό σημαίνει ότι το αντικείμενο της γνώσης δεν είναι το αισθητό αντικείμενο ή το αντικείμενο της παράστασης. Ουσιαστικά συνεχίζουν το έργο του Καντ, με τον οποίο γίνεται ο πρώτος διαχωρισμός της εμπειρικής ψυχολογίας από τη φιλοσοφία. Η ψυχολογία, που αυτονομήθηκε ως επιστήμη, στην προσπάθειά της να συλλάβει τους νόμους που διέπουν την ψυχική και πνευματική ζωή εν γένει αξίωνε να υπαγάγει στην αρμοδιότητά της ακόμη και φιλοσοφικούς κλάδους, όπως η λογική, η γνωσιοθεωρία, η ηθική, η αισθητική κ.ά. Στον αγώνα τους ενάντια στον ψυχολογισμό οι νεοκαντιανοί παίρνουν βασικές ιδέες από την κριτική φιλοσοφία του Καντ, την οποία αναπτύσσουν παραπέρα με την έννοια ότι εξαλείφουν ορισμένα προκριτικά μεταφυσικά κατάλοιπα και υπογραμμίζουν παράλληλα τα καθαρά γνωσιοθεωρητικά στοιχεία. Το έργο της φιλοσοφίας αναφορικά προς τις άλλες επιστήμες και προς την εμπειρική ψυχολογία είναι μεθοδολογικό. Ετσι ο υπερβατολογικός ιδεαλισμός μεταγράφεται σε λογικό ή μεθοδολογικό ιδεαλισμό, ο οποίος στρέφει την κριτική της γνώσης όχι στο πνεύμα που γνωρίζει αλλά στο περιεχόμενο της γνώσης, όπως αυτό είναι κωδικοποιημένο στις επί μέρους επιστήμες, και επιχειρεί να διερευνήσει τις προϋποθέσεις εγκυρότητας της επιστημονικής γνώσης, συνεπώς και της ψυχολογικής και βιολογικής γνώσης. Και επειδή ακριβώς η ψυχολογία και η βιολογία είναι εμπειρικές επιστήμες και ως τέτοιες προϋποθέτουν την εγκυρότητα των αρχών κάθε εμπειρικής γνώσης, γι' αυτό και μια ψυχολογική ή βιολογική θεμελίωση της γνώσης είναι αδύνατη.
Το θέμα της κριτικής γνωσιοθεωρίας στη νεοκαντιανή της εκδοχή δεν είναι τα πράγματα αλλά η εγκυρότητα της γνώσης των πραγμάτων. Στο πνεύμα της κοπερνίκειας επανάστασης του Καντ οι νεοκαντιανοί θα τονίσουν ότι τα αντικείμενα μας δίδονται μόνο στη γνώση. Δεν υπάρχουν δηλαδή αντικείμενα έξω από τη γνώση μας. Αυτό σημαίνει ότι το αντικείμενο της γνώσης δεν είναι το αισθητό αντικείμενο, το αντικείμενο της παράστασης. Από τη σκοπιά αυτή, παύει να έχει νόημα το καντιανό πράγμα καθ' εαυτό το οποίο υπάρχει πίσω από τα φαινόμενα και εξηγεί την προέλευση των αισθητηριακών δεδομένων. Το πράγμα καθ' εαυτό έξω από τη συνείδηση και ανεξάρτητα από τη νόηση δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα της κριτικής φιλοσοφίας του Καντ και θεωρείται ως κατάλοιπο της δογματικής φιλοσοφίας. Ο κίνδυνος να μεταβληθεί ο φυσικός κόσμος σε έναν κόσμο υποκειμενικών παραστάσεων, ο κίνδυνος δηλαδή του υποκειμενισμού, αν εξαλείψουμε την έννοια του πράγματος καθ' εαυτό από την κριτική φιλοσοφία, δεν υφίσταται για τους νεοκαντιανούς. Εκείνοι θεωρούν ότι τον υποκειμενισμό τον ξεπερνούμε μέσα από την έννοια του «υπερβατολογικού» (του προεμπειρικού στοιχείου της γνώσης), στη βάση του οποίου συγκροτείται ο αντικειμενικός κόσμος. Ύστερα από την κοπερνίκεια επανάσταση του Καντ δεν μπορούμε να βλέπουμε το υποκειμενικό και το αντικειμενικό ως μέλη μιας απόλυτης διάζευξης. Όποιος εμμένει στη σχολαστική αντίθεση υποκειμένου και αντικειμένου δεν θα μπορέσει να καταλάβει ποτέ τον Καντ. Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι το πρόβλημα της κριτικής φιλοσοφίας στη νεοκαντιανή της εκδοχή δεν είναι το Εγώ και η σχέση του προς τα εξωτερικά αντικείμενα, αλλά η λογική δομή της εμπειρίας. Το πρόβλημα, με άλλα λόγια, δεν είναι αν μια παράσταση απεικονίζει άμεσα ένα εξωτερικό αντικείμενο, αλλά αν μια επί μέρους απόφανση ικανοποιεί τους γενικούς όρους και τα κριτήρια της έγκυρης γνώσης. Η φιλοσοφία ως γνωσιοθεωρία ερωτά για το κριτήριο της γνώσης και όχι για τη γνώση ως όργανο. Το μεγάλο πρόβλημα της καντιανής φιλοσοφίας που αφορά τη σχέση υπερβατολογικού και εμπειρικού υποκειμένου παίρνει την εξής μορφή: το γνωστικό υποκείμενο δεν είναι το συγκεκριμένο Εγώ, το οποίο παραπέμπεται στον χώρο της ψυχολογίας. Το καθαρό υποκείμενο της γνώσης είναι η μορφή όλων των επί μέρους συγκεκριμένων υποκειμένων, είναι το σύνολο των όρων ή προϋποθέσεων που πρέπει να τηρηθούν από το ατομικό Εγώ προκειμένου τα γνωστικά παράγωγα να έχουν κύρος. Στο πνεύμα του καντιανού εγχειρήματος της θεμελίωσης της Μεταφυσικής ως επιστήμης η φιλοσοφία παίρνει επιστημονικό χαρακτήρα με το να διερευνά τις προϋποθέσεις εγκυρότητας της επιστημονικής γνώσης [...]
Ιστότοπος για ανταλλαγή απόψεων και έκφραση ιδεών