Ιστότοπος για ανταλλαγή απόψεων και έκφραση ιδεών

11/10/2015

Η «différance»

Του Γεράσιμου Κακολύρη

Jacques Derrida

Οι διαπιστώσεις του Derrida γύρω από το νόημα, τη γλώσσα, την παρουσία, την καταγωγή, συμπυκνώνονται στο νεολογισμό ή ορθότερα νεογραφισμό «différance*» (Derrida, 1968a). Ο Derrida παράγει το νεογραφισμό différance από τη μετοχή ενεστώτα différant του γαλλικού ρήματος différer, το οποίο έχει δύο διαφορετικές σημασίες, αυτές του «διαφέρω» και του «αναβάλλω», που τις αντλεί από το λατινικό ρήμα differe. Η différance απoκρυσταλλώνει το γεγονός ότι αυτό που τελικά αφήνεται να διαφανεί από τα ίδια τα κείμενα της μεταφυσικής μέσω της αποδόμησής τους, είναι ότι, ενάντια στις ανέλπιδες προσπάθειες των μεταφυσικών συγγραφέων τους να θεμελιώσουν το νόημα στην παρουσία, το νόημα διέπεται από διαφορά και απουσία. Η σκέψη της «différance», όπως και η χαίντεγκεριανή σκέψη του Είναι, αποβλέπει στο να υπογραμμίσει ότι υπάρχει κάτι πρότερο από την παρουσία που παραμένει άσκεπτο από τη μεταφυσική, ότι η απουσία και η διαφορά όχι μόνο δεν συνιστούν απλές παρεκκλίσεις από την παρουσία και την ταυτότητα, αλλά αποτελούν όρους δυνατότητάς τους όπως, επίσης, και όρους μη δυνατότητας μιας απόλυτης παρουσίας ή ταυτότητας. Παράλληλα, η différance έρχεται να ονομάσει και να καταστήσει περισσότερο ριζοσπαστικές μια σειρά από χειρονομίες, όπως είναι αυτές του Nietzsche (Νίτσε), του Freud (Φρόυντ), του Husserl, του Ηeidegger, ή του Levinas (Λεβινάς), των οποίων η ντεριντιανή αποδόμηση υπήρξε κληρονόμος, και οι οποίες ήρθαν εν μέρει σε διάσταση με την αξία της παρουσίας.

Ένας τρόπος να επεξηγήσουμε τη différance κάνοντας χρήση της σημειολογικής προβληματικής είναι μέσω της ντεριντιανής ριζοσπαστικοποίησης της δομικής γλωσσολογίας του Ferdinand de Saussure (Φερντινάν ντε Σωσύρ) (1857-1913) και ιδιαίτερα του καθορισμού του σημείου ως αυθαίρετου και διαφορικού. Για τον Saussure, το γλωσσικό σημείο «ενώνει όχι ένα πράγμα και ένα όνομα, αλλά μια ιδέα και μια ακουστική εικόνα» ή αντίστοιχα ένα «σημαινόμενο» (signifié) και ένα «σημαίνον» (signifiant) (Saussure, 1916, σ. 100, 101). Διαρρηγνύοντας το δεσμό ανάμεσα στη σημασία και το αναφερόμενο, ο Saussure απομακρύνεται από την κλασική θεωρία του σημείου που θεωρεί ότι η ιδέα, η έννοια, το νόημα υπάρχουν ανεξάρτητα από τις λέξεις. Τα σημεία δεν σημαίνουν μέσω της εγγενούς τους σχέσης με ένα αναφερόμενο (ένα αντικείμενο, ένα ον, ένα συμβάν, κλπ.), αλλά λαμβάνουν τη σημασία τους διαφορικά, δηλαδή μέσω της θέσης τους σε μια αλυσίδα νοηματικών και φωνητικών διαφορών (π.χ. το Είμαι λαμβάνει τη σημασία του από τη διαφορά του από το Είσαι, Είναι, Είμαστε, Είσαστε ή το κόκκινο από τη διαφορά του με το μαύρο. πράσινο, κίτρινο, κ.λπ.). Όπως ο ίδιος ο Saussure αναφέρει, «στη γλώσσα δεν υπάρχουν παρά μόνο διαφορές» (Saussure, 1916, σ. 159). Επιπλέον, αυτές οι διαφορές δεν αποτελούν διαφορές ανάμεσα σε θετικούς όρους, δηλαδή ανάμεσα σε προϋπάρχουσες ταυτότητες, διότι «στη γλώσσα υπάρχουν διαφορές χωρίς όρους θετικούς». Η γλώσσα δεν έχει ούτε ιδέες αλλά ούτε και ήχους που θα προϋπήρχαν στο γλωσσικό σύστημα, αλλά μόνο διαφορές νοηματικές και διαφορές φωνητικές που προέρχονται από αυτό το σύστημα και έχουν νόημα μόνο σε αυτό.

Αν όμως μια σημαινόμενη έννοια σημαίνει μόνο στο βαθμό που εγγράφεται σε μια αλυσίδα ή συστηματικό παιχνίδι διαφορών, τότε, για τον Derrida, δεν είναι ποτέ παρούσα στον εαυτό της και για τον εαυτό της, δεν συνιστά μια επαρκή παρουσία, η οποία θα παρέπεμπε μόνο στον εαυτό της. Ως εκ τούτου, η δομή του σημείου είναι πάντα σημαδεμένη από διαφορά και μη-παρουσία. Αυτό το παιχνίδι των διαφορών που συγκρατεί τη νοηματική ταυτότητα ενός σημείου εγγράφοντας ταυτόχρονα στο εσωτερικό της τη διαφορά και τη μη-παρουσία (έτσι ώστε να καθίσταται δυσχερές να μιλάμε πλέον για ταυτότητα με την παραδοσιακή έννοια του όρου), περιγράφεται από τον Derrida με τον νεογραφισμό différance, όπου το «e» της différence έχει αντικατασταθεί από το «a». Η différance είναι η αναγκαία συνθήκη της εννοιολόγησης και της ύπαρξης των λέξεων ως τέτοιων. Όπως ο Derrida δηλώνει, «είναι λόγω της différance που η κίνηση της σημασιολόγησης είναι εφικτή». Κάθε «παρόν» στοιχείο σε ένα γλωσσικό σύστημα σημαίνει με το να αναφέρεται διαφορικά σε ένα άλλο στοιχείο και, ως εκ τούτου, δεν είναι ποτέ το ίδιο παρόν. Με αυτή την έννοια, το σημείο είναι αυτό που ο Derrida –δανειζόμενος τον όρο από τον Emmanuel Levinas– ονομάζει «ίχνος» («trace»), ένα παρόν, το οποίο δεν έχει υπάρξει παρά μόνο ως ένα ίχνος παρόντος. Το παρόν συγκροτείται από ένα διαφορικό δίκτυο από ίχνη, όπου το διάστημα ανάμεσα στα στοιχεία περιγράφεται ως «κατανομή στο χώρο», «διαχώριση» (espαcement) και η χρονική διαφορά ανάμεσα στα στοιχεία ως «χρονοποίηση» (temporilisation). Αυτές τις δύο διαφορετικές διαστάσεις της σημασιολόγησης, δηλαδή αυτή της «διαχώρισης» και αυτή της «χρονοποίησης» έρχεται να συστεγάσει η différance. Έτσι, différance, με την έννοια του διαφέρειν, σημαίνει ότι κάτι είναι διαφορετικό από κάτι άλλο, και κατ' αυτό τον τρόπο εμπεριέχει μια χωρική διάσταση που αναφέρεται τόσο στο διάστημα που χωρίζει τα διαφέροντα σημεία μεταξύ τους όσο και στο διάστημα που διανοίγεται εντός του σημείου, καθώς αυτό δεν ταυτίζεται με τον εαυτό του (αφού το ίδιο καθορίζεται μέσω της διαφοράς από ένα άλλο σημείο). Η différance ως αναβάλλω, επιβραδύνω, μεταθέτω χρονικά, έχει μια χρονική διάσταση που αναφέρεται σε μια συνεχώς αναβαλλόμενη εκπλήρωση ή πλήρωση παρουσίας. Ως εκ τούτου, κάθε σημείο δομείται από différance, η οποία ταυτόχρονα προωθεί και αναβάλλει την παρουσία. Ως τέτοια, δηλαδή ως διαφορά και αναβολή, η différance καθιστά δυνατή την παραγωγή των διαφορών, ενώ αποτρέπει αυτές τις διαφορές από το να μπορούν να είναι απόλυτα παρούσες στον εαυτό τους. Η σημασία δεν είναι πουθενά απόλυτα παρούσα στη γλώσσα αλλά πάντα υπόκειται σε ένα είδος σημασιολογικής διολίσθησης (ή αναβολής) που παρεμποδίζει το σημείο από το να συμπέσει με τον εαυτό του σε μια στιγμή απόλυτης ταύτισης. Η différance είναι η προϋπόθεση της εννοιολόγησης, η προϋπόθεση του παιχνιδιού ανάμεσα σε αυτές τις διαφορές χωρίς θετικούς όρους. Παρ' όλα αυτά, η différance δεν μπορεί να θεωρηθεί καταγωγή αυτών των διαφορών επειδή η ίδια η έννοια της καταγωγής υποδηλώνει μια μορφή παρουσίας.

Ωστόσο, όχι μόνο φιλόσοφοι από την αναλυτική παράδοση (π.χ. Tallis, 1988), αλλά και κάποιοι που διάκεινται φιλικά προς τον Derrida, θεωρούν σήμερα τη δομική γλωσσολογία του Saussure ως μια βαθιά προβληματική προσέγγιση στη γλώσσα, το νόημα καθώς και τη σχέση τους με τον κόσμο (π.χ. Critchley, 2005, σ.25). Η δομική γλωσσολογία του Saussure υπήρξε σημαντική, ιδιαίτερα για την ανθρωπολογία του Clande Levi-Strauss, την ανάγνωση του Freud από τον Jacques Lacan (Ζακ Λακάν) και τις εξαιρετικές λογοτεχνικές και πολιτισμικές αναλύσεις του Roland Barthes (Ρολάντ Μπαρτ). Αλλά η γόνιμη πρόσληψη της δομικής γλωσσολογίας από τους παραπάνω στοχαστές δεν οδηγεί αναγκαστικά στην παραδοχή ότι η θέση του Saussure πως το νόημα στη γλώσσα είναι αποκλειστικά θέμα διαφοράς είναι ορθή, ότι το «κόκκινο» είναι «κόκκινο» επειδή δεν είναι «μπλε», ή «πράσινο» ή «καφέ». Συνήθως, όταν κάποιος λέει ότι δύο πράγματα είναι μεταξύ τους διαφορετικά εννοεί ότι ένα από αυτά έχει τουλάχιστον μια ιδιότητα που τo άλλο δεν έχει ή ότι ενώ μοιράζονται ακριβώς τις ίδιες ιδιότητες είναι αριθμητικά ξέχωρα (π.χ. δυο ίδια μεταξύ τους βάζα). Στην περίπτωση του Saussure, είναι προφανές ότι από τη στιγμή που «στη γλώσσα υπάρχουν διαφορές χωρίς όρους θετικούς», οι έννοιες δεν μπορούν να διαφέρουν μεταξύ τους με κανένα από τους παραπάνω δύο τρόπους. Όμως, ενώ ο Saussure λέει ότι οι έννοιες σημαίνουν με το να διαφέρουν μεταξύ τους, δεν λέει πώς διαφέρουν. Ως αποτέλεσμα αυτής της ασάφειας, είναι λογικό να υπάρχουν κάποιοι που θεωρούν προβληματική την πρόσδεση της différance από τον Derrida στο άρμα της δομικής γλωσσολογίας του Saussure.

[Απόσπασμα από το κείμενο "Ο Jacques Derrida και η αποδόμηση της δυτικής μεταφυσικής"]

Γεράσιμος Κακολύρης

*Η différance έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τον Κωστή Παπαγιώργη ως διαφωρά, όπου το «ο» έχει αντικατασταθεί από το «ω» κατά τον ίδιο τρόπο που το e της différence έχει αντικατασταθεί από το a της différance, μια αντικατάσταση η οποία μόνο διαβάζεται αλλά δεν ακούγεται. Παρόλα αυτά, η μικρή αυτή «ορθογραφική αταξία» που εισάγει ο Παπαγιώργης στην ελληνική γλώσσα δεν είναι αρκετή, για αναδείξει τη δεύτερη σημασία της différance, αυτή της «αναβoλής». Ο Γιώργος Φαράκλας μεταφράζει την différance ως «αναβαλλόμενη διαφορά» ή «διιστάμενο»). Λόγω του ότι εκλείπει από την ελληνική γλώσσα εκείνη η λέξη που θα ενσωμάτωνε και τις δύο σημασίες της différance, καθώς και τη μη ακουόμενη γραφική διαφορά ανάμεσα στο e της différence και το a της différance, επιλέξαμε να αφήσουμε τη λέξη αμετάφραστη.

Αφήστε το σχόλιό σας εδώ

Copyright © 2015 Non Neutral - Created By Michael Gkinnis