Ιστότοπος για ανταλλαγή απόψεων και έκφραση ιδεών

13/10/2015

Gilles Deleuze: Επανάληψη και διαφορά

Του Παναγιώτη Σωτήρη

Gilles Deleuze

Το "Difference et Repetition" (1968) αποτελεί ένα από τα βασικά προγραμματικά έργα του Ντελέζ – και ίσως το πιο συστηματικό. Είναι ταυτόχρονα η δική του προσπάθεια να παρέμβει σε αυτό που ο ίδιος ορίζει ως κλίμα ενός «γενικευμένου αντιεγελιανισμού», το οποίο διακρίνει στην ύστερη οντολογία του Χάιντεγκερ, στη στρουκτουραλιστική στροφή, στη σύγχρονη λογοτεχνία(1). Γι' αυτό το λόγο θεωρεί ότι οφείλει να εξετάσει τις δύο έννοιες κλειδιά που διαμορφώνουν αυτή την πνευματική μεταστροφή: τη διαφορά (που παίρνει τη θέση της διαλεκτικής αντίθεσης) και την επανάληψη (που παίρνει τη θέση της οντολογικής ή ουσιολογικής ταυτότητας). Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή τη στροφή προς την αναζήτηση νέων εννοιών τη συνδέει, ήδη από τον πρόλογο, με την αναφορά στον εμπειρισμό, ως ένα συνεχή κατασκευαστισμό εννοιών(2).

Το εγχείρημά του επιλέγει να το θεμελιώσει οντολογικά μέσα από την επίκληση της μονοσημαντότητας του όντος, με την έννοια ότι το ον απλώς υπάρχει και αυτό μπορεί να αποδοθεί σε όλα τα πιθανά όντα και άρα δεν υπάρχουν πολλαπλοί τρόποι να οριστεί η ύπαρξη. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι διαφορές ή οι διαφορετικές τροπικότητες είναι καθαυτές ίδιες, όμως δεν αναιρεί την καθοριστική μονοσημαντότητα του ίδιου του είναι καθεαυτού.

Αυτή την καθοριστική μονοσημαντότητα ο Ντελέζ τη διακρίνει σε τρεις στιγμές στην ιστορία της φιλοσοφίας: Η πρώτη είναι ο Duns Scotus(3). Η δεύτερη είναι ο Σπινόζα και ο τρόπος που ορίζει τη μοναδική, καθολική και άπειρη υπόσταση. Η τρίτη στιγμή είναι ο Νίτσε, καθώς ο Ντελέζ θεωρεί ότι στην αιώνια επιστροφή μπορεί να διακρίνει το ίδιο σχήμα. Η επιστροφή σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει Ταυτότητα, όμως το ίδιο το επιστρέφειν ορίζει την δυνατότητα του όντος, του γίγνεσθαι. Αντίθετα θεωρεί ότι ο Χέγκελ υποτάσσει ουσιαστικά τη διαφορά σε μία έννοια ταυτότητας μέσω της διαλεκτικής κίνησης.

Σε αυτό το φόντο έχουμε μια από τις πιο εντυπωσιακές αναφορές του ίδιου του Ντελέζ στον εμπειρισμό, έναν υπερβατικό εμπειρισμό, όπου είναι ακριβώς η διαφορά που προσφέρει τη δυνατότητα του αισθητού. Ταυτόχρονα είναι ένας εμπειρισμός του πολλαπλού, του χάους, του ανόμοιου, και της νομαδικής κατανομής των διαφορών.

Σε αυτό το φόντο ορίζεται ως βασικό φιλοσοφικό καθήκον η ανατροπή του πλατωνισμού, ο οποίος αποτέλεσε το πρώτο βήμα για την υποταγή της διαφοράς στην ενότητα, έστω και αν θεωρεί ότι στον Πλάτωνα είμαστε ακόμη σε ένα μεταίχμιο σε αυτή την πορεία(4). Σε αυτά τα πλαίσια μπορεί να διατυπώσει για άλλη μια φορά τη διαφορά ανάμεσα σε διαφορά και άρνηση: «Το ον είναι επίσης μη-ον, αλλά το μη-ον δεν είναι το ον του αρνητικού, το ον της προβληματικής, το ον του προβλήματος και της ερώτησης. Η Διαφορά δεν είναι το αρνητικό, αντίθετα το μη-ον είναι η διαφορά: έτερον, όχι ενάντιον [ελλ. στο πρωτότυπο]».

Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο η έννοια της πολλαπλότητας γίνεται μια έννοια κλειδί στην όλη διαπραγμάτευση, μέσα από αναφορές στη γεωμετρία του Riemann(5), στην πολλαπλότητα των ατόμων στον αρχαίο ατομισμό, στη σύγχρονη βιολογία αλλά και στη συγκρότηση μιας έννοιας του κοινωνικού ως κοινωνικής πολλαπλότητας. Η αναζήτηση αυτή της πολλαπλότητας και των διαφορετικών προβλημάτων που τίθενται συγκροτεί για τον Ντελέζ τη δυνατότητα μιας υπέρβασης της ουσιολογίας και της παραδοσιακής διαλεκτικής(6).

Γι' αυτό το λόγο θέτει ως φιλοσοφικό καθήκον την αναίρεση της υποτίμησης της διαφοράς μέσα στην ιστορία της μεταφυσικής(7). Θεωρεί ότι το κρίσιμο σημείο είναι η υποταγή της διαφοράς στις απαιτήσεις της αναπαράστασης, ειδικά στον Πλάτωνα όπου το αντίγραφο δεν μπορεί να διακριθεί από το είδωλο παρά μόνο υποτάσσοντας τη διαφορά, μια που αυτό που καταδικάζεται στην έννοια του ειδώλου είναι ακριβώς η σημασία των διαφορών και της νομαδικής κατανομής.

Σε αυτή τη βάση μπορεί να ορίσει τέσσερες εκδοχές της υπερβατολογικής πλάνης: Η πρώτη είναι η παρουσίαση της διαφοράς μέσα από το σχήμα της ταυτότητας ανάμεσα στην έννοια και το σκεπτόμενο υποκείμενο. Η δεύτερη αφορά την υποταγή της διαφοράς στην ομοιότητα. Η τρίτη είναι η υποταγή της διαφοράς στην αρνητικότητα. Η τέταρτη είναι η υποταγή της διαφοράς στην αναλογία της κρίσης. Ιδιαίτερη σημασία έχει η απόλυτη καταδίκη της εγελιανής έννοιας της άρνησης (τρίτη πλάνη): Ο Χέγκελ καταγγέλλεται ως αυτός που ολοκλήρωσε μια πορεία αποφυσικοποίησης της διαλεκτικής που οδήγησε στην υποκατάσταση του παιχνιδιού των διαφορών από την εργασία του αρνητικού. «Η ιστορία δεν προχωράει μέσω της άρνησης ή της άρνησης της άρνησης, αλλά από την απόφαση προβλημάτων και την κατάφαση των διαφορών [...] Η αντίφαση δεν είναι το όπλο του προλεταριάτου, αλλά περισσότερο ο τρόπος με τον οποίο η αστική τάξη αμύνεται και διατηρείται».

Αυτή η σκέψη της διαφοράς και της πολλαπλότητας έχει συγκεκριμένες συνέπειες και για το πως μπορούμε να ορίσουμε και τις γνωστικές πρακτικές, τις ιδέες (καθόλου τυχαία εδώ η χρήση μιας έννοιας που θυμίζει το λεξιλόγιο του κλασικού εμπειρισμού, τη διάκριση ανάμεσα σε φαινόμενα/εμπειρικά δεδομένα και ιδέες που συγκροτούμε γι' αυτά). Η Ιδέα γίνεται έτσι ο τόπος της πολλαπλότητας, των διαφορικών σχέσεων(7). Ταυτόχρονα η ιδέα ορίζεται ως η καθαρή δυνητικότητα, χωρίς καμία πραγματικότητα, ακριβώς μέσα στο πλέγμα των διαφορικών προσδιορισμών της(8). Συνεκτικό στοιχείο όλης αυτής της προβληματικής του πολλαπλού η κρίσιμη έννοια της μονοσημαντότητας, της μονοφωνίας του όντος, ως καθοριστικής οντολογικής παραμέτρου(9).

Με αυτό τον τρόπο ολοκληρώνεται η κατ' αρχήν προγραμματική διατύπωση των οντολογικών προϋποθέσεων της παρέμβασης του Ντελέζ. Ένα ολόκληρο οπλοστάσιο από έννοιες και εικόνες (της διαφοράς, της επανάληψης, της πολλαπλότητας, της νομαδικότητας) το οποίο είχε καταγραφεί και σε προηγούμενα έργα, τώρα αποσαφηνίζεται και παρουσιάζεται στην πιο σαφή μορφή: το σύμπαν του Ντελέζ είναι ένας κόσμος συνεχών και διαφορετικών γεγονότων, συμβάντων, εικόνων, σκέψεων, με καθοριστικό στοιχείο τη μορφή και μόνο συνεκτικό στοιχείο την απλή υπαρκτικότητα έξω και πέρα από οποιαδήποτε διαλεκτική της ουσίας και των μετασχηματισμών της, αποτελώντας το πεδίο όπου η σκέψη (ως καθαρή δυνητικότητα) μπορεί να προβεί σε ατέρμονους ανασχηματισμούς σε μια αέναη δημιουργική παραγωγή εννοιών. Το όλο σχήμα θυμίζει τον κόσμο του Χιουμ, τον τρόπο με τον οποίο η φαντασία μέσα από τον συνειρμό αέναα δημιουργεί μια εικόνα του κόσμου και των αιτιακών σχέσεων. Και αυτό γιατί η αφετηριακή στιγμή της παραδοχής μιας κοινής έννοιας του όντος (της υλικότητας θα λέγαμε εμείς) είναι ακριβώς μόνο μία αφετηρία: μπορεί να οδηγήσει είτε σε έναν εμπειρισμό της απλής κατασκευής εννοιών και εξηγήσεων, είτε σε μια υλιστική τοποθέτηση που θέτει το ερώτημα της επερώτησης των ίδιων των όρων γνωσιμότητας του πραγματικού και εξετάζει και την ίδια τη γνωστική διαδικασία ως μία υλική διαδικασία. Η παραδοχή ότι τα πράγματα (οι σχέσεις, οι καταστάσεις, οι λέξεις, οι έννοιες κ.λπ.) είναι έξω και πέρα από οποιαδήποτε τελεολογία ή δυϊσμό δεν αρκεί. Απαιτείται και ένα ακόμη βήμα η θέση του ερωτήματος: πως μπορούν να γίνουν γνωστά, παραμένοντας όμως εντός του υλικού πεδίου; Αυτό σημαίνει τη θεώρηση της γνώσης ως μιας υλικής πρακτικής έξω και πέρα από κάθε δυϊσμό.

[Πηγή: http://www.theseis.com]

Παναγιώτης Σωτήρης

(1) Και θα πρέπει να πούμε ότι η όλη πολεμική του Ντελέζ έχει ιδιαίτερη σχέση με την εντονότατη επίδραση μιας ορισμένης ερμηνείας του Χέγκελ στη γαλλική φιλοσοφική σκηνή, μια ερμηνεία ιδιαίτερα ιστορικιστική και ιδεαλιστική που σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται και το έργο του Kojeve. Για μια παρουσίαση του όλου κλίματος βλ. Descombes 1980: 9 κ. εξ.

(2)«Αυτό είναι το μυστικό του εμπειρισμού. Ο εμπειρισμός δεν είναι καθόλου μια αντίδραση απέναντι στις έννοιες, ούτε μια απλή επίκληση της βιωμένης εμπειρίας. Αντίθετα αναλαμβάνει την πιο ξέφρενη δημιουργία εννοιών που έχουμε ποτέ δει ή ακούσει. Ο εμπειρισμός είναι ο μυστικισμός της έννοιας» Deleuze 1968: 3.

(3) «Δεν υπήρξε παρά μόνο μία οντολογική πρόταση: Το Ον είναι μονοσήμαντο. Δεν υπήρξε παρά μόνο μία οντολογία, αυτή του Duns Scotus που δίνει στο ον μία μόνο φωνή» (Deleuze 1968: 52). Το θεωρητικό σχήμα για τη μονοσημαντότητα (ή μονοφωνία) προέρχεται από τη μεσαιωνική φιλοσοφία και από το ερώτημα εάν τα κατηγορήματα που αποδίδονται στον Θεό είναι τα ίδια με αυτά που αποδίδονται σε άλλα όντα ή εάν αντίθετα επιβάλλεται να πούμε ότι έχουμε μια αναλογική απόδοση κατηγορημάτων. Ο Θωμάς Ακινάτης υποστήριζε τη θεωρία της αναλογίας ενώ ο Duns Scotus ήταν ο βασικός του θεωρητικός αντίπαλος σε αυτό το σημείο. Η θέση αυτή του Duns Scotus έχει μια ιδιαίτερη σημασία στο όλο θεωρητικό του σχήμα που τον καθιστά έναν κρίσιμο κόμβο στην εξέλιξη της μεσαιωνικής φιλοσοφίας και την απομάκρυνση από το θωμισμό. Bλ. Σχετικά Williams 2001, Windelband - Heimsoeth 1986.

(4) Για ένα σχολιασμό του αιτήματος της ανατροπής του Πλατωνισμού στον Ντελέζ, βλ. Patton 1994.

(5) Για μια κριτική στον τρόπο που ο Ντελέζ αλλά και άλλοι Γάλλοι διανοούμενοι χρησιμοποιούν έννοιες από τη φυσική και τα μαθηματικά, συχνά με τρόπο που δεν αντιστοιχεί ακριβώς στην επιστημονική χρήση τους, βλ. Sokal - Bricmont 1997.

(6) «Είναι η έννοια της πολλαπλότητας που καταγγέλλει ταυτόχρονα το Ένα και το πολλαπλό, τον περιορισμό του Ενός από το πολλαπλό και την αντιπαράθεση του πολλαπλού στο Ένα. Είναι η ποικιλία που καταγγέλλει ταυτόχρονα την τάξη και την αταξία, είναι το (μη)-ον και το ;-ον που καταγγέλλουν ταυτόχρονα το ον και το μη-ον. Παντού τη συνεργία του αρνητικού και του υποθετικού πρέπει να την αρνηθούμε προς όφελος ενός βαθύτερου δεσμού ανάμεσα στο προβληματικό και τη διαφορά. Η Ιδέα, στην πραγματικότητα, φτιάχνεται από αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα σε διαφορικά στοιχεία, πλήρως οριζόμενα εντός αυτών των σχέσεων, που δεν φέρουν κανέναν αρνητικό όρο ούτε σχέση αρνητικότητας» Deleuze 1968:262.

(7) Ενδιαφέρον έχει ότι λίγα χρόνια πριν ο Ντελέζ είχε αναδείξει την σημασία της διαφοράς στο έργο του για τον Προυστ [Deleuze (1964) 1998].

(8) «Μία ιδέα με αυτή την έννοια, δεν είναι ούτε μία, ούτε πολλαπλή: είναι μια πολλαπλότητα, συγκροτημένη από διαφορικά στοιχεία, από διαφορικές σχέσεις ανάμεσα στα στοιχεία και από ενικότητες που αντιστοιχούν σε αυτές τις σχέσεις» Deleuze 1968: 356.

(9) «Η Ιδέα ορισμένη έτσι δεν διαθέτει καμία πραγματικότητα. Είναι καθαρή δυνητικότητα. Όλες οι διαφορικές σχέσεις, λόγω του αμοιβαίου καθορισμού, συνυπάρχουν στη δυνητική πολλαπλότητα των ιδεών, ακολουθώντας την προσίδια τάξη τους» Deleuze 1968: 357.

Αφήστε το σχόλιό σας εδώ

Copyright © 2015 Non Neutral - Created By Michael Gkinnis