Τι ακριβώς μας ενοχλεί, όταν ένας αθλητής βελτιώνει τις επιδόσεις του με αναβολικά; Γιατί νιώθουμε αποστροφή στην ιδέα των γενετικά πατροναρισμένων παιδιών; Γιατί, ακόμη κι όταν απορρίπτουμε τις πνευματοκρατικές και θεολογικές ερμηνείες του κόσμου, βρίσκουμε πως κάτι επιλήψιμο υπάρχει στην προσπάθεια κάποιων να μειώσουν τα ρίσκα της «γενετικής λοταρίας», ώστε να ισιώσουν το «στραβό ξύλο της ανθρωπότητας», που έλεγε και ο Καντ; Όταν πριν από αυτές τις παγιωμένες για την κοινωνία μας αντιλήψεις θέτουμε μπροστά το «γιατί», διαπιστώνουμε –λιγάκι έκπληκτοι, είναι αλήθεια– πως οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες. Η ηθική, χωρίς τις εγγυήσεις της αυθεντίας του Θεού, αποτελεί ίσως το τμήμα εκείνο της φιλοσοφίας που δυσκολεύεται περισσότερο από τα υπόλοιπα στο να βρει τεκμηρίωση και αντικειμενική ισχύ. Ο Μάικλ Σαντέλ, καθηγητής της πολιτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, διαπιστώνει πως ζούμε σε έναν κόσμο όπου «η επιστήμη κινείται ταχύτερα από την ηθική κατανόηση». Γι' αυτό και είναι πολλοί εκείνοι που εκφράζουν την ανησυχία τους, καταφεύγοντας κυρίως στο φιλελεύθερο ιδεολογικό οπλοστάσιο, αντιπαραθέτοντας στη γενετική μηχανική την άποψη πως πλήττει την αυτονομία, τη δικαιοσύνη και τα ατομικά δικαιώματα. Αν και συμμερίζεται την ανησυχία αυτήν, ο Μάικλ Σαντέλ βρίσκει πως αυτό το κομμάτι του ηθικού λεξιλογίου δεν επαρκεί ώστε να δώσει πειστικές απαντήσεις σε ζητήματα όπως η κλωνοποίηση ή ο σχεδιασμός παιδιών. Έτσι, στο βιβλίο του "Ενάντια στην Τελειότητα" αναλύει το δικό του επιχείρημα κατά της προσπάθειας ενίσχυσης ή τελειοποίησης της ανθρώπινης φύσης, επαναφέροντας στη συζήτηση τρία από τα βασικά γνωρίσματα της ηθικής μας τοπιογραφίας, που ίσως έχουν απαξιωθεί στο νεότερο κόσμο, όπως είναι η ταπεινοφροσύνη, η υπευθυνότητα και η αλληλεγγύη.
Ο Σαντέλ, στην προσπάθειά του να κατανοήσει την ηθική της «ενίσχυσης», εξετάζει δυο χαρακτηριστικές περιπτώσεις προσπάθειας τελειοποίησης της ανθρώπινης φύσης: των «βιονικών» αθλητών αλλά και των γενετικά πατροναρισμένων παιδιών. Η ευγονική, στιγματισμένη από τον 20ό αιώνα, με τις υποχρεωτικές στειρώσεις σε κάποιες αμερικανικές πολιτείες και τις αποτρόπαιες ναζιστικές μεθόδους, του δίνει αφορμή ώστε να αναλύσει την επιχειρηματολογία του. Στόχος της κριτικής του γίνεται η φιλελεύθερη, νέα ευγονική, η οποία μάλιστα βρήκε υποστηρικτές σε σημαντικούς σύγχρονους φιλοσόφους του δικαίου. Η θέση αυτή θεωρεί πως κρύβει μια απειλή, και όχι μόνο γιατί πλήττει την ηθική της αυτονομίας και της ισότητας ή γιατί δεν μπορούν να «ψωνίσουν» το τέλειο γενετικό πατρόν οι λιγότερο προνομιούχοι γονείς. Η ευγονική φροντίδα, ισχυρίζεται, εδραιώνει μια στάση ελέγχου και κυριαρχίας πάνω στον κόσμο που αδυνατεί να κατανοήσει τον χαρισματικό χαρακτήρα των ανθρώπινων δυνάμεων, κλείνει την πόρτα στο απρόσκλητο και το τυχαίο της ζωής, ρίχνει βαριά ευθύνη στον άνθρωπο γι' αυτό που τελικά έχει γίνει. Επιπλέον, οδηγεί στην έλλειψη κατανόησης για την κοινωνική αξία της ταπεινοφροσύνης και διαρρηγνύει την αλληλεγγύη προς εκείνους που δεν κατάφεραν να «ενισχυθούν» ή να τελειοποιηθούν. Θεωρεί πως είναι απαραίτητο μια αξιοκρατική κοινωνία να μη γλιστρήσει στην αυτάρεσκη παραδοχή ότι οι επιτυχημένοι και οι πλούσιοι είναι τέτοιοι γιατί το αξίζουν περισσότερο από τους αποτυχημένους και τους φτωχούς. Ο Σαντέλ απορρίπτει το «εγωιστικό και μεθυστικό» όραμα της ενίσχυσης των επιδόσεων και της τελειοποίησης της ανθρώπινης φύσης και στέκεται με προβληματισμό σε όλες εκείνες τις απόψεις που αναβαθμίζουν τον άνθρωπο σε απόλυτο κυρίαρχο από απλό κρίκο στην αλυσίδα της εξέλιξης. Και αυτό, γιατί βρίσκει πως έτσι νεκρώνει ο κριτικός αναστοχασμός του κόσμου και η παρόρμηση για κοινωνική και πολιτική βελτίωση. Ωστόσο, στο τελευταίο μέρος του βιβλίου όπου αναλύεται το ζήτημα της διαμάχης για τα βλαστοκύτταρα, ο συγγραφέας τάσσεται υπέρ της βλαστοκυτταρικής έρευνας, καθώς εκτιμά πως δεν υπονομεύει την ηθική της χαρισματικότητας.
Ιστότοπος για ανταλλαγή απόψεων και έκφραση ιδεών