Το να πούμε ότι η "Αναταραχή Φύλου" της Τζούντιθ Μπάτλερ άλλαξε το θεωρητικό τοπίο των φεμινιστικών θεωριών της ταυτότητας είναι λίγο. Eίναι πιο ακριβές το να πούμε ότι από την "Αναταραχή Φύλου" και μετά, οποιαδήποτε φεμινιστική ανάλυση της ταυτότητας πρέπει να συνεκτιμήσει τη θεωρία της Μπάτλερ. Είναι προφανές, επιπλέον, ότι το να αλλάξει πλήρως τις φεμινιστικές θεωρίες της ταυτότητας και τη φεμινιστική πρακτική των πολιτικών της ταυτότητας ήταν ακριβώς η πρόθεση της Μπάτλερ. Οι πρώτες σελίδες της "Αναταραχής Φύλου" κάνουν ξεκάθαρο το ότι αντικείμενα της κριτικής της Μπάτλερ είναι η ταυτότητα «γυναίκα» και τα είδη της πολιτικής που διαμορφώνονται από την ταυτότητα αυτή. Ειδικά, πρόθεσή της είναι να αποκαλύψει την ευαλωτότητα της πρώτης και, ακολούθως, τη ματαιότητα των δεύτερων [...]
Το αντικείμενο της κριτικής της ταυτότητας που κάνει η Μπάτλερ είναι το υποκείμενο του μοντερνισμού, ένα υποκείμενο που ορίζεται ως συντελούμενο από μια αμετάβλητη ουσία, μια πυρηνική ταυτότητα. Η κεντρική της θέση είναι ότι τα κλειδιά σε αυτή την αμετάβλητη ταυτότητα είναι οι σταθεροποιητικές έννοιες του βιολογικού φύλου (sex), του φύλου (gender), και της σεξουαλικότητας. Ενάντια σε αυτή τη σύλληψη της ταυτότητας του υποκειμένου η Μπάτλερ προσφέρει ένα πλήθος επιχειρημάτων. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι το υποκείμενο του μοντερνισμού κείται πάνω σε ένα οντολογικό λάθος. Δεν υπάρχει, υποστηρίζει, καμία «αμετάβλητη ουσία που να ονομάζεται 'άνδρας' ή 'γυναίκα' αλλά, μάλλον οι ταυτότητες αυτές παράγονται μέσα από την εξαναγκαστική διευθέτηση (κάποιων) χαρακτηριστικών σε συμπαγείς ακολουθίες του φύλου» (1990:24). Η οντολογική υπόθεση του υποκειμένου του μοντερνισμού, επομένως, είναι λαθεμένη. Δεν υπάρχει κανένα «εκεί» εκεί: «Δεν υπάρχει κανένα φύλο πίσω από τις εκφράσεις του φύλου» (1990:25)». Το έμφυλο σώμα «δεν έχει κανένα οντολογικό καθεστώς πέρα από τις ποικίλες πράξεις που συντελούν την πραγματικότητά του» (1990:136).
Το δεύτερο επιχείρημα της Μπάτλερ είναι ότι αυτή η οντολογική φανταστική κατασκευή, η ταυτότητα «γυναίκα», συγκαλύπτει τις πράξεις μέσα από της οποίες συντελείται. Η υπόθεση ότι η «γυναίκα» είναι μια σταθερή οντότητα (με άλλα λόγια μας τυφλώνει ως προς τη σύσταση αυτής της οντότητας), τη βλέπει αντίθετα ως «φυσική». Ενάντια σε αυτό, η Μπάτλερ υποστηρίζει ότι στόχος της είναι να παράγει μια «γενεαλογία του φύλου» που να αποκαλύπτει τις ενδεχόμενες πράξεις που συνιστούν την εμφάνιση της φυσικής αναγκαιότητας (1990:35). Αν η «αμετάβλητη ουσία» «άνδρας» ή «γυναίκα» παράγεται μέσα από την εξαναγκαστική διευθέτηση χαρακτηριστικών σε συμπαγείς ακολουθίες του φύλου, τότε η Μπάτλερ θέλει να αποκαλύψει την πηγή του εξαναγκασμού πίσω από αυτή τη διαδικασία.
Για να εγκαταστήσει αυτά τα δύο επιχειρήματα, η Μπάτλερ επεξεργάζεται την εναλλακτική της θεωρία του φύλου: την επιτελεστικότητα. Αν δεν υπάρχει κάποια ουσία πίσω από τη φυλετική ταυτότητα, τότε «αυτή η ταυτότητα συντίθεται επιτελεστικά από τις ίδιες τις 'εκφράσεις' που λέγεται πως είναι αποτελέσματά της» (1990:25). Η φυλετική ταυτότητα «συντίθεται αδύναμα στο χρόνο, καθιερώνεται μέσα από ένα εξωτερικό τόπο, μέσα από μια στυλιζαρισμένη επανάληψη πράξεων» (1990:140). Αυτή η θέση προωθούμενη αρχικά στην "Αναταραχή Φύλου", ξεκαθαρίζεται στο ακόλουθο βιβλίο της Μπάτλερ, "Σώματα με Σημασία" (1993). Εδώ η Μπάτλερ υποστηρίζει ότι στην "Αναταραχή Φύλου" δεν όρισε το φύλο (sex) σαν μια «επιτέλεση» με την έννοια ενός προϋπάρχοντος υποκειμένου που επιτελεί ένα ρόλο. Υποστηρίζει, καλύτερα, ότι πρόθεσή της ήταν να ορίσει το φύλο (sex) σαν επιτελεστικότητα με την έννοια του ότι συνεπάγεται την επιβεβλημένη επαναληπτικότητα των νορμών που συνιστούν το υποκείμενο. Δεν πρόκειται για ελεύθερο παιχνίδι, αλλά μάλλον, περιορισμένο από την ηγεμονία των συγκεκριμένων φυλετικών νορμών (1993:94-5).
Θα πρέπει να είναι εμφανές από τα επιχειρήματα αυτά το γιατί η Μπάτλερ απορρίπτει τις πολιτικές της ταυτότητας. Οι πολιτικές της «γυναίκας» όχι μόνο στηρίζονται σε μια οντολογική σύγχυση, αλλά είναι στην πραγματικότητα καταστρεπτικές για το σκοπό του φεμινισμού γιατί συγκαλύπτουν τους μηχανισμούς που απαρτίζουν την υποταγή των γυναικών. Στην αρχή της "Αναταραχής Φύλου" η Μπάτλερ δηλώνει ότι «Η φεμινιστική κριτική θα πρέπει επίσης να καταλάβει πως η κατηγορία 'γυναίκα', το υποκείμενο του φεμινισμού, παράγεται και περιορίζεται από τις ίδιες τις δομές εξουσίας μέσα από τις οποίες αναζητάται η χειραφέτηση» (1990:2). Οι πολιτικές της ταυτότητας συγκαλύπτουν τις πολιτικές πηγές, τις πηγές λόγου του κατασκευασμένου πυρήνα της φυλετικής ταυτότητας. Αποδομώντας τις πολιτικές της ταυτότητας, ωστόσο, μπορούμε να εγκαθιδρύσουμε ως πολιτικούς τους ίδιους τους όρους μέσα από τους οποίους αρθρώνεται η ταυτότητα (1990:148).
Αν οι πολιτικές της ταυτότητας είναι καταστρεπτικές για το σκοπό του φεμινισμού, τότε ποιου είδους αντίσταση είναι κατάλληλη για τις φεμινίστριες; Ή, με τους όρους του τίτλου του βιβλίου της, πως δημιουργούμε την αναταραχή του φύλου; Αντιμέτωπη με την ερώτηση αυτή, η απάντηση της Μπάτλερ είναι ξεκάθαρη: η αναταραχή του φύλου δημιουργείται «κάνοντας» το φύλο όπως υποτίθεται ότι πρέπει να γίνεται. Η πρώτη επεξεργασία αυτής της στρατηγικής είναι το επιχείρημα της Μπάτλερ ότι αν το φύλο καθιερώνεται μέσα από πολλαπλούς τρόπους, τότε μπορεί να διαρραγεί και με πολλαπλούς τρόπους. Τέτοιες διαρρήξεις, ελπίζει, θα αποκαλύψουν την ενδεχομενικότητα της έμφυλης ταυτότητας και επομένως την τρωτότητά της (1990:32-4). Αυτό το ασαφές σχήμα προσδιορίζεται στο τέλος της "Αναταραχής Φύλου" στην στρατηγική του pastiche (απομίμηση/συνονθύλευμα). Η Μπάτλερ διακρίνει προσεχτικά το pastiche, τη διακωμώδηση μιας αντίληψης ενός πρωτοτύπου, από την παρωδία, τη διακωμώδηση ενός πρωτοτύπου (1990:138). To pastiche, καταλήγει, θα δημιουργήσει την αναταραχή φύλου η οποία θα υπονομεύσει τις κατασκευές/δομές του φύλου (1990:147).
Σε μια πιθανώς καθαρή αναγνώριση της ακαταλληλότητας αυτών των ασαφών σχημάτων, η Μπάτλερ επιστρέφει στο θέμα της αντίστασης στο "Σώματα με Σημασία". Εδώ εισάγει μια επεξεργασία της θεωρίας της που θέτει σημαντικούς περιορισμούς στις δυνατότητες αντίστασης. Η αντίσταση, υποστηρίζει, δεν μπορεί να εισέλθει στη δυναμική μέσω της οποίας το συμβολικό επαναλαμβάνει την ισχύ του, αν θέλει να επιτύχει να εκτοπίσει αυτή την ισχύ. Αυτό σημαίνει ότι η ριζοσπαστική άρνηση του νόμου του φύλου (law of sex), και, ειδικά, ο ενστερνισμός του αντίθετού του, θα χρησιμεύσει στο να ενισχύσει μάλλον παρά να υποκαταστήσει το νόμο (1993:106-13).
Η Μπάτλερ αναγνωρίζει ότι η στρατηγική που απορρίπτει –η απόλυτη εναντίωση στον νόμο το φύλου– είναι ελκυστική. Η απαίτηση να ξεπεράσουμε δραστικά του καταστατικούς περιορισμούς του νόμου, επισημαίνει, είναι από μόνη της μια μορφή βίας. Αλλά παρόλα αυτά επιμένει ότι αυτή η στρατηγική είναι καταδικασμένη. Υποστηρίζει, για παράδειγμα, ότι μια λεσβία που αντιτίθεται πλήρως στην ετεροσεξουαλικότητα μπορεί να είναι περισσότερο υπό την εξουσία της απ' ότι μια κανονική (straight) γυναίκα (1993:116-17). Η εναλλακτική της Μπάτλερ είναι αυτό που απoκαλεί «θέσεις αντίστασης», ειδικά οι «κουίρ πολιτικές». Κάποιες αποκηρύξεις είναι βοηθητικές, κάποιες άλλες όχι. Μπορούμε να συμπεράνουμε από αυτό ότι οι κουίρ πολιτικές ανήκουν σ' αυτές. Οι «κανονικές» λεσβιακές πολιτικές όχι. Αλλά δεν μας δίνει ποτέ συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές με τις οποίες να μπορούμε να διακρίνουμε το ένα απ' το άλλο. Είναι σημαντικό το ότι στο τέλος του βιβλίου η ίδια η Μπάτλερ εγείρει αυτό το ζήτημα ρωτώντας: «Πως θα ξέρουμε τη διαφορά ανάμεσα στην εξουσία που προωθούμε και την εξουσία στην οποία αντιτιθέμεθα;» (1993:241). Αντί να απαντήσει αυτή την ερώτηση, θέτει μια άλλη: «Είναι, θα μπορούσε να απαντήσει κάποιος, θέμα 'γνώσης';» Το λάθος μας, υπονοεί, είναι το να υποθέτουμε ότι αυτή η διάκριση είναι κάτι που μπορεί να κατανοηθεί πλήρως και τελειωτικά [...]
Ιστότοπος για ανταλλαγή απόψεων και έκφραση ιδεών