Η κατασκευή Μοντέλων, διαδικασία φιλοσοφική (μεθοδολογική), γενικεύεται στη φιλοσοφία, στην πολιτική. Για χάρη της η τάξη νομιμοποιείται και εκλεπτύνει τα μέσα επιρροής και δράσης της. Η ηθική και η γνώση παντρεύονται. Το Μέγα Μοντέλο είναι προφανώς το Κράτος και ο Άνθρωπος του Κράτους, καπιταλιστικού ή σοσιαλιστικού. Δεν υπάρχει μοντέλο δίχως ιδεολογία, σύμφυτη και υποστηρικτική. Χάρη στο Αντικείμενο-Μοντέλο, η συγκατάβαση προς τις αποκλίσεις δεν έχει πλέον τους λόγους της, όπως ούτε κι η καταφυγή στις δικαιολογίες ενός χοντροκομμένου ντετερμινισμού. Το Μοντέλο επιβάλλει έναν λόγο [discours] και συμπεριφορές (ένα κοινωνικό χώρο συμπεριφορών και όχι μόνο ένα νοητικό τόπο ή τοπολογία). Συνάδει με τις διαφορές; Άσχημα.
Στα μοντέλα αντιτίθενται οι Δρόμοι. Δεν υπάρχουν καινούργιοι δρόμοι. Υπάρχει μια καινούργια ιδέα, ο Δρόμος, που εκλεπτύνει την έννοια της «πράξης» και καθιστά συγκεκριμένες τις ιδέες της διαδρομής και των περασμάτων. Η θεωρία και η πρακτική οφείλουν να διανοίξουν το μονοπάτι τους, να αποδείξουν την κίνηση περπατώντας, τροποποιώντας το έδαφος και τους ορίζοντες. Χωρίς να υπακούουν σε ένα πράγμα προκατασκευασμένο. Χωρίς όμως να περνιώνται και για νόμος, μια και η εξερεύνηση του εδάφους, το βάδισμα, η εδραίωση του κεκτημένου, η καταστροφή των εμποδίων, απαιτούν μια μέθοδο (μια στρατηγική, μια λογική, μια πραξεολογία)· καθώς και τη χρήση διάφορων μέσων και εργαλείων που έχουν προκύψει μέσα στις αποσπασματικές γνώσεις και –γιατί όχι;– μέσα στην παλιά φιλοσοφία. Χωρίς σύστημα ούτε μοντέλο. Δίνοντας μάχες επιτόπου, «Hic et nunc» (εδώ και τώρα). Χωρίς να λησμονιέται ο προσανατολισμός, η οροσήμανση, ο ορίζοντας. Ανά πάσα στιγμή κάτι έχει αλλάξει. Η έννοια του δρόμου απαγορεύει να διαχωρίζουμε το ύφος ζωής και τη μέθοδο σκέψης, την παρουσία στον εαυτό από την παρουσία «στον κόσμο». Αφήνει ελεύθερες τις διαφορές (το «πληθυντικό», αν όχι τον πλουραλισμό...). Ίσως μια μέρα γίνει μπορετό να ξεπεραστεί αυτή η αντίθεση. Για την ώρα, ο θεωρητικός και πρακτικός αγώνας ενάντια στο μοντέλο αρχίζει.
Ο Κώστας Αξελός διάλεξε τον δρόμο. Δεν ακολουθεί ένα μοντέλο αλλά ένα μονοπάτι για το οποίο ήδη υπάρχουν υποδείξεις. Δείχνει μια λεωφόρο και ένα μέλλον. Ο ολικός άνθρωπος θέλησε να αποτελέσει μοντέλο· ο πλανητικός άνθρωπος δεν είναι παρά μια διαδρομή, μια σαϊτιά. Ο ίδιος ο δρόμος, προσανατολισμός μάλλον παρά χαραγμένος, δρομολόγιο περισσότερο παρά ιστορία με τις εγγραφές της. Ο Κώστα Αξελός τον εξερευνά. Κατά τη διάρκεια αυτού του δρομολογίου υπάρχουν βαλίτσες και μακρυνά σημάδια από τις ακτές, μια και πρόκειται μάλλον για πλοήγηση στ' ανοιχτά της θάλασσας, άλλοτε παίρνοντας πορεία από τ' άστρα, άλλοτε κατά μήκος των ακτών, παρά για ένα μονοπάτι της ξηράς που χρησιμοποιούν οι έμποροι κι οι προσκυνητές. Συμβαίνει, ωστόσο, να μετράει το σημείο. Βαλίτσα πρώτη: το απόσπασμα 52 του Ηράκλειτου: «Ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει πεσσούς, που κινεί τα πιόνια πάνω σε μια σκακιέρα: βασιλεία ενός παιδός». Άλλη βαλίτσα, ο Χάιντεγγερ.
Κάθε Λόγος [raison] (αναγκαίος και/ή ικανός) συνεπάγεται-εξηγεί έναν Λόγο που δεν έχει Λόγο [αιτία]. «Για όσο το είναι εκτείνεται σαν θεμέλιο, δεν έχει θεμέλιο». Για όσο το είναι είναι θεμέλιο που θεμελιώνει, δεν έχει θεμέλιο. «Ο αναστοχασμός μας γίνεται ένα άλμα που οδηγεί μακρυά, διότι βάζει τη σκέψη στο παιγνίδι Αυτού-του-πράγματος όπου το είναι απολαμβάνει σαν είναι την ανάπαυλά του». Γιατί παίζει το Παιδί που παίζει στο παιγνίδι του Κόσμου; Παίζει διότι παίζει [Αρχή του λόγου - Principe de raison]. Δίπλα στον Χάιντεγγερ νάσου ο Φινκ, Το παιγνίδι σαν σύμβολο του κόσμου. Ανάμεσα στον Ηράκλειτο και τις μέρες μας πόσοι άλλοι... Να μην ξεχάσουμε τον Άγγελο Σιλέσιο και το υπέροχο δίστιχο: «το ρόδο είναι δίχως γιατί· ανθίζει επειδή ανθίζει, δεν γνοιάζεται για τον εαυτό του, δεν ποθεί να το δούνε». Όσο για τον Μαρξ, μήπως δεν αποκάλυψε το επέκεινα της παραγωγικής εργασίας και το νόημά του, το ελεύθερο παιγνίδι των δημιουργικών ικανοτήτων; Εάν ο χρόνος, εάν το γίγνεσθαι δεν είναι «παιγνίδι», λέει ο Νίτσε, υπάρχει Έσχατο Δικαστήριο και Κρίση [Δευτέρα Παρουσία], ενοχή, αμαρτία, Θεός που επιδοκιμάζει και τιμωρεί. Κι αυτό είναι ο ευρωπαϊκός μηδενισμός. Μόνο το γίγνεσθαι-παιγνίδι του κόσμου προσδίδει την αθωότητα στο γίγνεσθαι. Όσο για την Ανατολή (μήπως ο κόσμος είναι το όνειρο ενός θεού, ή το γέλιο του, ή ο χορός του; Η σχέση του άπειρου και του πεπερασμένου είναι Λόγος ή μήπως ευτελισμός και τρέλα;) αρκεί να θυμίσουμε ότι υπάρχει.
Μέσα σε αυτή την παράδοση που κατά τη γνώμη του περιέχει τη λύση του αινίγματος και το ρηθέν, ο Κώστας Αξελός εισάγει μία αναλυτική του παιγνιδιού η οποία επαναφέρει αυτή την παράδοση και την ξεπερνάει. Υπάρχει ίσως τριπλότητα (διαλεκτική):
α) Ο κόσμος του παιγνιδιού. Διαπιστώνεται εμπειρικά και μελετάται επιστημονικά. Το παιγνιώδες (πιο κοινά: η σχόλη) αντιτίθεται στον μόχθο και τον συμπληρώνει. Φανερώνεται σε κάθε ζώσα πραγματικότητα, φυσική ή κοινωνική. Κάθε κοινωνική πρακτική έχει εδώ κάποιο δικαίωμα και ανακτά αργά ή γρήγορα τις παιγνιώδεις πλευρές ή στοιχεία της (που είτε τα ίδια είτε κάποιοι άλλοι θεωρούν πως είναι ανατρεπτικά). Το παιγνίδι μπαίνει στην επιστήμη μέσα από τα μαθηματικά: θεωρία των παιγνίων και των στρατηγικών, θεωρία του τυχαίου ή της πληροφορίας, συνδυαστικές κ.λπ. Κάθε παιγνίδι συνεπάγεται έναν νόμο που διέπει τον χρόνο του και τον χώρο του, την όψη-στιγμή [moment] του: κανόνας του παγνιδιού, ποντάρισμα και μοίρασμα του διακυβεύματος. Υπάρχουν φόρμες (μήτρες) των παιγνιδιών, που μπορούμε να τις δούμε εμπειρικά. Τίποτα πιο ορθολογικό και πιο εύλογο από το ξετύλιγμα της παιγνιώδους δραστηριότητας. Ο Λόγος τείνει να απορρίψει το παιγνίδι, να το απωθήσει μέσα στο ανορθολογικό· οφείλει να το δεχτεί, να το εντάξει μέσα του. Όσο για τα διακυβεύματα, εμπειρικώς, είναι πάντοτε ορισμένα και πεπερασμένα, επομένως ορθολογικά (αν και τα διακυβεύματα ορισμένων θανατηφόρων παιγνιδιών εξαιρούνται μέσα από το δράμα).
β) Το παιγνίδι μέσα στον κόσμο. Η τέχνη το φανέρωσε κι αυτός υπήρξε ο ρόλος της, η τέχνη σαν γιορτή και η γιορτή σαν τέχνη. Η μέθη και το όνειρο, το παραλήρημα και το γέλιο, η απόλαυση και η οδύνη, η καταλαγή και η βία, η εναλλασσόμενη ισχύς τους, όλα αυτά δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά παρά μόνο μέσα στο μεγάλο παιγνίδι. Διακύβευμα: η ζωή και ο θάνατος. Ποιός το λέει; Η μουσική, το θέατρο· τραγωδία και κωμωδία. Όσο για την ιστορία, τί λέει και τί να πούμε εμείς γι' αυτή; Η ειρωνεία την εξουσιάζει, η ειρωνεία των ιδεών που έχει μέσα της την ειρωνεία των ανθρώπων. Τα αναποδογυρίσματά της, οι επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις της, οι αυστηρές κι απρόβλεπτες αλληλουχίες της, δεν δείχνουν άραγε ότι κι η ιστορία παίζει; Ότι περιπαίζει τους υποτιθέμενους «ιστορικούς» άνδρες;
γ) Και τώρα πρέπει να σκεφτούμε για το Παιγνίδι του Κόσμου, «το παιγνίδι που προκαλεί όλα τα παιγνίδια» κρυμμένο και όχι φανερωμένο από τη μεταφυσική: το παιγνίδι της επιφάνειας και των βαθών, των χώρων και των χρόνων, των «φαινομενονικοτήτων» που έχουν ποικιλία μεγαλύτερη από τις «πραγματικότητες» των οποίων θεωρούνται η εμφάνιση. Το Παιγνίδι του Κόσμου περικλείει και αναπτύσσει τον κόσμο των παιγνιδιών και τα παιγνίδια μέσα στον κόσμο. Τα εμπεριέχει και τα εξηγεί, τα θέτει και τα υποθέτει. Παιγνίδι δίχως παίκτη, ενώνει και χωρίζει τους παίκτες, τα παιγνίδια και τα διακυβεύματα. Διαιρεί και διαιρείται: ίδιο και άλλο, περασμένο και μελλοντικό, επανάληψη και δημιουργία, διαφορά και ταυτότητα, είναι και μηδέν. «Δεν είναι ο κόσμος που αποτελεί ένα θεϊκό παιγνίδι, είναι ο Θεός που αποτελεί ένα εγκόσμιο παιγνίδι» ("Το Παιγνίδι του Κόσμου"). Logos, Physis, άνθρωπος και ιστορία, όλα είναι ματαιωμένα, κινήσεις στη σκακιέρα που τούτο το μεγάλο παιγνίδι του οποίου αποτελούν τις ισχυρές δυνάμεις και τα έρμαια, τις ανακάλεσε. Έτσι ξεπροβάλλει μέσα και μέσω του αναστοχασμού «η κατακερματιστική και κατακερματισμένη ολότητα του πολυδιάστατου και ανοιχτού κόσμου», ορισμός με τον οποίο η γνώση γίνεται (θέλει να γίνει) απόλυτη και ν' απορροφήσει τη μη-γνώση, δίνοντας ένα νόημα στο σχετικό.
«Το μεγάλο παιγνίδι και τα μικρά παιγνίδια του μεγάλου κόσμου και των μικρών κόσμων τα επαναφέρουν όλα: λόγια και σκέψεις, πλευρές του ίδιου και του 'εκείνου', δυνάμεις κι αδυναμίες τού είναι και του μηδενός, του όλου και του τίποτα, ζώσες και/ή νεκρές θεότητες, ρυθμούς φυσικούς ή κοσμικούς, δράσεις και πάθη ανθρώπινα, δομές, μεγάλα ιστορικά συμβάντα κι ερμηνείες, δημιουργήματα της ποίησης και της τέχνης, παιγνίδια που παίζει το παιγνίδι του κόσμου...»
Ο Κώστας Αξελός θα αμφισβητούσε ότι υπάρχει «άλμα» από την ενυπαρξία [immanence] στην υπερβατικότητα [transcedance] όπως στην παλιά μεταφυσική. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, απλώς λέει, δηλώνει αυτό που υπάρχει. Μετά την παραδοχή ότι υπάρχει «saltus» ή «transencus», αυτό το πέρασμα μοιάζει πολύ πιο εύχερο απ' όσο στις κλασσικές περιπτώσεις του «εγώ-je» (άλμα από το εμπειρικό «εγώ-moi» στο υπερβατικό Εγώ-Ego) – της προσωπικότητας (από το ανθρώπινο πρόσωπο στον προσωποποιημένο Θεό) – του Λόγου (από τη σχετική γνώση στον απόλυτο Λόγο ή στην Ιδέα) – του αντικειμένου (από το αισθητό στην Ουσία) κ.λπ. Κι όμως αυτό το πέρασμα δεν είναι χωρίς δυσκολίες. Μετά την παραδοχή ότι το πώς και το γιατί του Παιγνιδιού δεν θέτουν πλέον ζητήματα, μένει το «ποιός;». Ποιός παίζει το Παιγνίδι του Κόσμου; Δεν είναι κάποιος (ένα «υποκείμενο») ούτε κάτι (ένα «αντικείμενο»). Ούτε το είναι, ούτε το μη-είναι. Παράδοξο; Ο Κώστας Αξελός θα απαντούσε ζωηρά ότι αυτό το παράδοξο είναι σύμφυτο σε κάθε συνείδηση, σε κάθε δραστηριότητα, ότι κανείς δεν μπορεί να το παρακάμψει, ούτε να το επιλύσει. Σε κάθε περίπτωση, ο αναγνώστης δεν μπορεί να μην ανακαλέσει στη μνήμη του πολλές υποθέσεις εργασίας, εκείνες που δοκιμάστηκαν από τον Νίτσε. Ο κόσμος; Ένα τέρας γεμάτο ενέργεια σε διάφορες μορφές, που δεν έχουν άλλο νόμο από το να ξοδεύονται, να σπαταλούν με φρενήρη τρόπο τις δημιουργίες, να ξανασυγκεντρώνονται μετά τη διασπορά. Ο κόσμος; Ένας κύκλος των κύκλων, δίχως άλλο νόμο από το τυχαίο, Ο κόσμος; Μία καταφατική διαβεβαίωση (affirmation), ένας τόπος καταφάσεων που ξεπερνούν μέσα από την επανάληψή τους την «υπαρξιακή» επανάληψη του ασυνάρτητου.
Αυτός (ο Κ.Αξελός) που διαβεβαιώνει ότι «σιγά-σιγά ο άνθρωπος φανερώνεται σαν σχήμα μεταφοράς [métaphore] του Ταυτού» δεν μπορεί παρά να το διαβεβαιώσει καταφατικά. Κι έτσι να καταφαθεί κι ο ίδιος. Αποτελεί, αυτό, την υπέρτατη κατάφαση; Τα επιχειρήματα δεν λείπουν, αλλά το ζήτημα δεν είναι να αποδείξουμε. Ούτε να καταδείξουμε αυτό που δεν δείχνεται παρά μόνο σκίζοντας πέπλα, διαλύοντας σύννεφα, που αμέσως ξαναμαζεύονται.
Ο Κώστας Αξελός έχει το φιλοσοφικό κουράγιο να κρατήσει, να διατηρήσει να ωθήσει ως τις ακραίες της συνέπειες αυτή τη σύλληψη που δεν μπορεί να οριστεί ούτε σαν φιλοσοφική διαίσθηση ή ένα φιλοσοφικό όραμα, αλλά τα περιέχει και τα προϋποθέτει. Αφήνοντας τόσους και τόσους άλλους να παλεύουν μέσα σε μία φιλοσοφική κατάσταση που τούς φαντάζει αδιέξοδη, τοποθετείται στο επέκεινα της φιλοσοφίας και της μη φιλοσοφίας, του συστήματος και του αντισυστήματος, της αλήθειας και της ερμηνείας. Ο πίνακας τού «είναι εν τω γίγνεσθαι του κόσμου» παρουσιάζει ένα σύστημα που ειρωνικά διαψεύδεται από το ίδιο του το κέντρο – καθώς το Παιγνίδι του Κόσμου είναι αυτό που δεν μπορεί να συλληφθεί και που δεν έχει συλληφθεί. Ένα είδος υπερεπάρκειας, αφθονίας (ενίοτε πικρής, ενίοτε χαρωπής, πάντοτε λιγάκι εκνευρισμένης, σπάνια χαρούμενης) αποζημιώνει το κουράγιο του σκεπτικού στοχαστή. Μπορεί να εκφραστεί δημόσια, χρησιμοποιώντας τα πιο διαφορετικά ρηματικά μέσα: ποιήματα, αφηγήσεις, αφορισμούς, ομιλίες. Ο τάδε αφορισμός «εκφράζει», ο δείνα «σημαίνει»: τούτο ή εκείνο φαινομενικά, αλλά πάντοτε το ίδιο μη-πράγμα. Καθώς χωροθετούνται στο επέκεινα της Γνώσης, τα έργα του Κώστα Αξελού επικαλούνται μία Γνώση εγκυκλοπαιδική. Και αυτό δεν είναι η μικρότερη ειρωνεία του.
Δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε πως αυτή η σύλληψη δεν έχει τίποτε το θρησκευτικό, ότι ακολουθεί τον θάνατο της θεολογίας και εκείνον του Θεού, αλλά πως συνάδει με τη θρησκεία, με όλες τις θρησκείες (και ιδίως σε εκείνες της Ανατολής). Κι επίσης, με τη μαγεία, με τους μύθους. Ως προς αυτό ο Κώστας Αξελός ακολουθεί την νιτσεϊκή σκέψη· είναι δύσκολο σήμερα (με το πρόσχημα της «αλήθειας», ιστορικής ή όχι) να διαγράψουμε από την ύπαρξη και το νόημα όλες τις «ιδεολογίες»! Ο Κώστας Αξελός τις περιλαμβάνει, χωρίς καθόλου να αποκλείει την επιστήμη και την τεχνική ορθολογικότητα ή να τους φοράει ένα ερμηνευτικό σύστημα (μία Ερμηνευτική). Αυτό που αντιμάχεται είναι ο επιστημονισμός. Κι επίσης ο εστετισμός. Όσο κι αν, κατά την γνώμη του, δεν αποκλείεται να πεθάνει η τέχνη κατά τη νεωτερικότητα, εξίσου ισχύει ότι η ποίηση και η πρόζα του κόσμου, οι μάσκες και τα παιγνίδια του θεάτρου τράβηξαν το πέπλο κι αποκάλυψαν (όχι χωρίς να τα ξανασκεπάσουν με νέα πέπλα) τα παιγνίδια του κόσμου. Όσο για την ηθική και την πολιτική, τις απορρίπτει: «Βρισκόμαστε τώρα στο κατώφλι μιάς νέας εποχής, της πλανητικής εποχής. Παγκοσμιοποιεί αυτό που είναι και αυτό που παράγεται, ενοποιεί –δια της τεχνικής– την Υδρόγειο, ρίχνει τους ανθρώπους και τα πράγματα σε ένα γίγνεσθαι που, για να τείνει στην οικουμενικότητα και τη σφαιρικότητα, δεν είναι λιγότερο πλανώμενο και δεν αποκλείει την κοινοτοπία. Η γη, πλανώμενο άστρο, γίνεται στο σύνολό της το θέατρο της ανθρώπινης δραστηριότητας και η ενοποιούσα και πλανητική τεχνική μοιάζει να ορμάει στην κατάκτηση του σύμπαντος. Οι δεσμοί ανάμεσα στα υποκείμενα και τα αντικείμενα γίνονται ένα κουβάρι».
Και τώρα, υποθέτοντας πως έχουμε διαβεί τον πορθμό ανάμεσα στο πλήρες (το υπερβολικό) και το κενό (το ευρύ άνοιγμα), ίσως μένει να συγκρίνουμε το μέτα-φιλοσοφικό σχέδιο-πρόταγμα του Κώστα Αξελού με το φιλοσοφικό σχέδιο-πρόταγμα του Ζύλ Ντελέζ. Ο τελευταίος είναι κι αυτός κοντά στον Νίτσε και λαμβάνει υπ' όψη του τον Μαρξ, αλλά πιο πολύ τον Σπινόζα παρά τον Χάιντεγγερ και τον Ηράκλειτο. Όλα γίνονται λες κι ο Κώστας Αξελός προκαλεί τις διαφορές με ένα διάβημα τολμηρό, σχεδόν επιθετικό· το «άλμα» ή το πέρασμα πάνω από την άβυσσο. Ενώ ο Ζ. Ντελέζ, προνοητικός, συνετός, φειδωλός, δεν συλλαμβάνει, δεν γεννά, δεν «παράγει» τις διαφορές παρά ελεγχόμενες, σταγόνα με σταγόνα. Η σύνεσή του δεν γεννά επίσης την α-διαφορία;
Μπροστά στον νέο Ηράκλειτο, και για να του φράξουν τον δρόμο, οι Ζήνωνες θα καταφτάσουν. Ο ένας θα πει πως αυτός ο Έλληνας εξαπατά, ο άλλος ότι ψεύδεται. Οι απορίες θα είναι άραγε τόσο διεγερτικές όσο και πριν εικοσι και πλέον αιώνες; Ένας ορισμένος αριθμός αναζητήσεων στρέφεται γύρω από την ιστορία, γνώση και πραγματικότητα των οποίων η κριτική εξέταση δεν έχει τελειώσει. Εάν αληθεύει πως μία σύγκρουση αναγγέλλεται ανάμεσα σε δρόμους και μοντέλα (και πως αυτή η σύγκρουση αφορά επίσης την ιστορία και την ιστορικότητα) οι αντιπαραθέσεις μόλις τώρα ξεκινούν. Τα έργα του Κώστα Αξελού (αντάμα με τα έργα του Ζυλ Ντελέζ) σημαδεύουν το τέλος μιάς περιόδου, αυτής με τις περιορισμένες, ήσσονες διαμάχες, αυτής που τελειώνει άσχημα, αυτής του λειτουργισμού, του φορμαλισμού, του στρουκτουραλισμού. Παρμένες χώρια, η λειτουργία είναι χυδαία, η φόρμα παγωμένη, η δομή αποξηραμένη. Αλλ' όμως από τα βιβλία του Κώστα Αξελού δεν λείπει ούτε η θέρμη, ούτε η ζωντάνια, ούτε ένα σταθερό παράστημα, λιγάκι αφ' υψηλού.
Ιστότοπος για ανταλλαγή απόψεων και έκφραση ιδεών