Ιστότοπος για ανταλλαγή απόψεων και έκφραση ιδεών

16/11/2015

Η Θεωρία της Πρακτικής του Pierre Bourdieu

Του Γιώργου Καψωμένου

Pierre Bourdieu

Σύμφωνα με την πραξιακή θεώρηση, η κοινωνία προβάλλει ως σύνθεση αντικειμενικών κοινωνικών δομών και δοξικών παραστάσεων και ερμηνειών, ως ένα δισδιάστατο σύστημα κοινωνικών σχέσεων (σχέσεων εξουσίας) και σχέσεων νοήματος. Αυτές οι δύο όψεις συνιστούν τη «διττή αντικειμενικότητα» των δομών του κοινωνικού σύμπαντος: την αντικειμενικότητα πρώτης τάξης που έγκειται στην κατανομή των υλικών πόρων και των μέσων οικειοποίησης των κοινωνικά περιορισμένων αγαθών και αξιών (των διαφόρων μορφών κεφαλαίου), και την αντικειμενικότητα δεύτερης τάξης, που συνίσταται σε συστήματα ταξινόμησης, νοητικά και σωματικά σχήματα που «λειτουργούν ως συμβολικά πρότυπα για την πρακτική δραστηριότητα των κοινωνικών δρώντων».

Ακολούθως, για την ανάλυση των δύο αυτών επιπέδων αντικειμενικότητας ο Bourdieu εισάγει τους δύο κεντρικούς αναλυτικούς όρους του εξηγητικού του συστήματος, τις έννοιες του «πεδίου» και του «habitus». Οι κατηγορίες αυτές ανάλυσης δρουν και λειτουργούν συσχετιστικά και αλληλοδιεισδύουν, αποτελώντας η μία προϋπόθεση της άλλης και αντανακλώντας με τον τρόπο αυτό σε εννοιακό επίπεδο τη συγκρότηση/δομή και λειτουργία της ολικής κοινωνικής διαδικασίας. Επιχειρώντας να υπερβεί την «υποστασιακή προκατάληψη» της γλώσσας που αποτρέπει τη σκέψη από τη σύλληψη της «λογικής της κοινωνικής συνύφανσης», ο Bourdieu συγκροτεί συσχετιστικά κάθε μια από τις δύο αυτές έννοιες –ταυτόχρονα προσδιορίζοντας και αίροντας τη διάκριση μορφής-περιεχομένου– ως ιστορικά, κοινωνικώς παραγμένα και πραγματωμένα σύνολα σχέσεων που συνδέονται γενετικά.

Το πεδίο αποτελεί ένα σύστημα ιστορικών κοινωνικών σχέσεων μεταξύ αντικειμενικά προσδιορίσιμων θέσεων μέσω ενός «συστήματος μεταβλητών πολλών διαστάσεων», των μορφών κεφαλαίου, ανάλογα με τη σύνθεση των οποίων (και του σχετικού όγκου τους) κάθε άτομο και κάθε κοινωνική ομάδα καταλαμβάνουν μια συγκεκριμένη θέση εντός του πεδίου. Οι σύνθετες, διαφοροποιημένες κοινωνίες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού συνιστούν ένα σύνολο διαφορετικών πεδίων (οικονομικό, πολιτικό, πνευματικό-διανοητικό, αισθητικό-καλλιτεχνικό, θρησκευτικό, καθώς και το μεταπεδίο της ισχύος) συνυπαρχόντων στον χώρο και τον χρόνο, αν και σχετικά αυτόνομων το ένα από το άλλο χάριν της εσωτερικής τους λογικής, των ιδιαίτερων αξιών και ρυθμιστικών αρχών τους (προϊόν οι ίδιες δυναμικών ιστορικών διαδικασιών) και της ιεραρχίας των μορφών κεφαλαίου εντός του κάθε πεδίου.

Το habitus/έξη αποτελεί ένα σύνολο ιστορικών κοινωνικών σχέσεων, πραγματωμένων στα πεδία που συναποτελούν το κοινωνικό σύμπαν και ενσταλαγμένων εντός των ατομικών υποκειμένων υπό τη μορφή νοητικών και σωματικών σχημάτων αντίληψης, αξιολόγησης και δράσης∙ είναι «συστήματα προδιαθέσεων, διαρκών και μεταθέσιμων» –ως προς την εφαρμογή τους– κοινωνικά, πολιτισμικά «δομημένες δομές προδιατεθειμένες να λειτουργούν ως δομούσες δομές, δηλαδή ως γενεσιουργές και οργανωτικές αρχές των πρακτικών και των αναπαραστάσεων». Αυτά, δηλαδή τα συστήματα προδιαθέσεων, προσκτώνται εμπειρικά στα πλαίσια της κοινωνικής πρακτικής και διάδρασης μεταξύ των υποκειμένων, ωστόσο λειτουργούν σε προ-γλωσσικό και προ-διαλογικό επίπεδο διαμεσολαβώντας τον σχηματισμό των παραστάσεων της κοινωνικής πραγματικότητας και επικαθορίζοντας την πρόσληψη, ταξινόμηση και οργάνωση των αισθητηριακών και νοητικών δεδομένων που προκύπτουν στα πλαίσια της κοινωνικής διαδικασίας∙ βάσει αυτών των πρωταρχικών δομών, των προδιαθέσεων, δομούνται οι νέες εμπειρίες και ορίζονται οι πρακτικές των υποκειμένων στα πεδία της κοινωνικής δράσης. Το habitus, συνεπώς, ταυτόχρονα προϋποθέτει ιστορικά και (ανα)παράγει παροντικά (συγχρόνως ενεργεία και δυνάμει) δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στα οποία εντάσσεται το δρών υποκείμενο. Η πραγματωμένη δομή των κοινωνικών δράσεων, στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου συστήματος κοινωνικών σχέσεων, καθίσταται εσωτερικευμένη δομή (ιστορικά παραχθείσα) αντίληψης, αξιολόγησης και κοινωνικής πρακτικής για άτομα και κοινωνικές ομάδες. Με τον τρόπο αυτό εξηγείται σε μεγάλο βαθμό η συνέχεια και ανθεκτικότητα των κοινωνικών δομών και η αναπαραγωγή του κοινωνικού συστήματος βάσει μιας εσωτερικής τάσης των ανθρώπων να αναπαράγουν τις δομές που τους διαμορφώνουν.

Αυτό το σχήμα δομικής ομολογίας αντικειμενικών δομών και νοητικών δομών αποτελεί μια «μεταγραφή» της μαρξιστικής σύλληψης της διαλεκτικής ενότητας υποκειμένου-αντικειμένου από το κατεξοχήν επίπεδο της εργασίας σ' εκείνο της καθημερινής κοινωνικής πρακτικής. Οι φιλοσοφικές κατηγορίες που δηλώνουν αυτήν την αμφίδρομη σχέση και επίδραση, κατά τη διαδικασία της οποίας μεταβάλλονται ποιοτικά και το υποκείμενο και το αντικείμενο, είναι η εξαντικειμένωση και η απαντικειμένωση (εξωτερίκευση και εσωτερίκευση μελετώμενες σε ατομικό επίπεδο). Κατά τη διαδικασία της εξαντικειμένωσης [ή εξαντικειμενίκευσης (objectification)] οι δυνάμεις, ικανότητες και σκέψεις του ανθρώπου μετασχηματίζονται σε προϊόντα που έχουν αντικειμενική ύπαρξη (και αξία) και δημιουργούν το υλικό και πνευματικό βιοτικό του περιβάλλον, έναν κοινωνικό κόσμο, ο οποίος εν συνεχεία τον διαπλάθει και τον καθορίζει. Κατά τη διαδικασία της απαντικειμένωσης (deobjectification) ο άνθρωπος προσκτάται το αντικείμενο, την ουσία, τις ιδιότητες και τη «λογική» του και τα οικειοποιείται. Έτσι απαντικειμενοποιεί τα φυσικά και πολιτισμικά, κοινωνικά φαινόμενα που αφομοιώνονται υποκειμενικά, συγκροτώντας «έναν κόσμο σ' έναν κόσμο». Το habitus, λοιπόν, μπορεί να εξηγηθεί με μαρξιστικούς όρους ως κοινωνική συνείδηση υποκειμενικά αναπτυσσόμενη, που βρίσκεται σε ομολογία (ως αντανάκλαση) με την κοινωνική πραγματικότητα. Με τον τρόπο αυτό αίρεται η αντίστιξη υποκειμένου-αντικειμένου, με το υποκείμενο να συνιστά ταυτόχρονα παράγωγο και παραγωγό της κοινωνικής αντικειμενικής πραγματικότητας η οποία προσλαμβάνει κατεξοχήν ιστορικό χαρακτήρα.

Η έννοια της έξης σε σχέση με εκείνη του πεδίου επιτρέπει να αναγνωστεί ο κοινωνικός καθορισμός του υποκειμένου μ' ένα τρόπο που να συνδυάζει και να υπερβαίνει τις θέσεις της συμβολικής ανθρωπολογίας και της μαρξιστικής παράδοσης (την έννοια του πολιτισμού και την έννοια της ιδεολογίας). Σύμφωνα με την πρώτη ο πολιτισμός διαμορφώνει, κατευθύνει, ακόμη και επιβάλλει συμπεριφορές, τρόπους νοηματοδότησης του κόσμου, ενώ ο μαρξισμός επισημαίνει τη θεμελιώδη διάσταση της κοινωνικής ασυμμετρίας και των σχέσεων εξουσίας που μεσολαβούν και θέτουν περιορισμούς στην ολική κοινωνική διαδικασία παραγωγής και οργάνωσης των παραστάσεων και ερμηνειών του κοινωνικού κόσμου. Ο πολιτισμός, εγγεγραμμένος στο habitus, ορίζει αυτό που οι άνθρωποι μπορούν να αντιληφθούν, να νιώσουν και να κάνουν, αλλά είναι κοινωνικά-ταξικά διαφοροποιημένος βάσει της θέσης που οι άνθρωποι καταλαμβάνουν στον κοινωνικό χώρο.

Προϊόν της ιστορίας η έξη, σύστημα διαρκών και μεταθέσιμων προδιαθέσεων, ενσωματώνοντας παρελθούσες εμπειρίες και εξασφαλίζοντας την ενεργή παρουσία τους στο παρόν, αποτελεί μια (επίκτητη) «άπειρη ικανότητα ελεγχόμενα ελεύθερης παραγωγής προϊόντων», μια ανεξάντλητη πηγή αντιλήψεων, αξιολογήσεων που όμως έχουν πάντα ως όρια τις ιστορικά και κοινωνικά καθορισμένες συνθήκες παραγωγής τους. Αυτά τα όρια είναι συγχρόνως, σύμφωνα με τους ανωτέρω προβληματισμούς, ιστορικά-κοινωνικά αλλά και ταξικά. Κάθε άτομο και κάθε ομάδα, ανάλογα με τη θέση και τη σύνθεση κεφαλαίου που κατέχει, αποτελεί φορέα ενός διαφορικού πολιτισμού ως συστήματος σημείων συμβολικής διάκρισης. Ωστόσο, καθώς η πρόσβαση σε κάθε μορφή κεφαλαίου είναι σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ελεγχόμενη, η κυρίαρχη τάξη, για να διαφυλάξει τα θεμέλια της κυριαρχίας της, προσπαθεί να επιβάλλει και το δικό της σύστημα αξιών και επιθυμιών. Συνεπώς, η κυριαρχία της είναι στο μέγιστο δυνατό βαθμό πραγματωμένη, όταν όχι μόνο έχει καταφέρει να επιβάλλει υλικές και συμβολικές διακρίσεις-αποστάσεις από τις άλλες κοινωνικές ομάδες, αλλά και το δικό της σύστημα αναπαραστάσεων και αξιών που να επαληθεύει, να νομιμοποιεί (και να αναπαράγει) την ιεραρχία και διανομή κεφαλαίων στις οποίες βασίζεται η κυριαρχία της∙ όταν δηλαδή είναι εξαντικειμενικευμένη τόσο στις δομές, όσο και στις έξεις. Τα συμβολικά συστήματα που έχουν εγγραφεί μέσω μιας διαδικασίας κοινωνικοποίησης στο υποκείμενο δεν συνιστούν μόνο εργαλεία γνωστικής ενσωμάτωσης και επικοινωνίας στον κοινωνικό κόσμο, αλλά και τελεστές πολιτικών λειτουργιών, εγκαθιδρύοντας μια συναίνεση σχετικά με τις σημασίες των πρακτικών και του κόσμου, προϊόν αντικειμενικής συναρμογής των προδιαθέσεων ως ενσωματωμένης ιστορίας, καθώς και των πρακτικών που παράγουν, και των αντικειμενικών δομών που είναι ασυμμετρικά ρυθμισμένες. Η αντιστοιχία, συνεπώς μεταξύ γνωστικών και κοινωνικών δομών, αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά θεμέλια της κοινωνικής ιεραρχίας.

Η αντιστοιχία αυτή, που καθιστά τις κοινωνικές δομές παραγωγής των έξεων να αναπαριστώνται ως φυσικές και αναγκαίες, δεν είναι, ωστόσο, δεδομένη. Τα συστήματα ταξινόμησης που οργανώνουν τις αναπαραστάσεις στην κοινωνική ζωή αποτελούν συνεχές διακύβευμα στους αγώνες που φέρνουν αντιμέτωπους άτομα και ομάδες, και στις συλλογικές διεκδικήσεις στο πεδίο της πολιτικής και πολιτισμικής παραγωγής. Συνεπώς και οι ίδιες οι διαιρέσεις του πεδίου γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης, καθώς η αλλαγή της κατανομής και του ειδικού βάρους των ειδών κεφαλαίου ισοδυναμεί με μετασχηματισμό της δομής του πεδίου. Η διαφορικότητα των κοινωνικών συμφερόντων των κοινωνικών ομάδων, που ορίζεται από τη διαφορική θέση τους στην κοινωνική δομή, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική τους συνείδηση και εισάγει έναν διαρκή ιστορικό δυναμισμό στην κοινωνική διαδικασία κατά την οποία κοινωνικές συλλογικότητες βρίσκονται σ' έναν συνεχή ανταγωνισμό για την επιβολή του ορισμού του κοινωνικού κόσμου που ανταποκρίνεται καλύτερα στα ιδιαίτερα, αντικειμενικώς προσδιορίσιμα, συμφέροντά τους.

Στα πλαίσια αυτά κάθε πεδίο παρουσιάζεται ως μια δομή πιθανοτήτων, αμοιβών, κερδών, κυρώσεων, που ενέχει έναν βαθμό απροσδιοριστίας. Η απροσδιοριστία αυτή δεν εντοπίζεται μόνο στην έκβαση των κοινωνικών διαμαχών, αλλά και στον ίδιο τον τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας της έξης που αίρει τον μηχανιστικό καθορισμό και αναπαραγωγή των δομών όπως διαγράφεται από τις κοινωνιοκεντρικές θεωρίες, όπως και τον τελεολογισμό των οικονομιστικών ορθολογιστικών θεωριών. Η ίδια η κοινωνική αναπαραγωγή στην πραξιακή θεώρηση δεν νοείται με όρους εκτέλεσης και διενέργειας σταθερών κοινωνικών ρόλων και θεσμών, αλλά εμπλέκει ενεργητικά το υποκείμενο στην κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητάς του και οι συμβολικές ταξινομήσεις που χρησιμοποιεί δεν αποτελούν απλώς προβολές ή αντικατοπτρισμούς κοινωνικών κανόνων, αλλά συμβάλλουν ως κοινωνικά παράγωγα ενεργά στη δημιουργία του κοινωνικού κόσμου, ώστε η αναπαραγωγή αναπαριστά μια σχέση αμφίδρομης, παρά μονομερούς επίδρασης μεταξύ ανθρώπινης δραστηριότητας και δομής. Από μια άποψη η σχετικά αυτόνομη δράση των υποκειμένων εξασφαλίζεται από την ίδια την κοινωνικά δομημένη και δομούσα έξη έναντι των εξωτερικών καθορισμών του άμεσου παρόντος: «είναι η αυτονομία του πραγματωμένου και ενεργού παρελθόντος, το οποίο λειτουργώντας ως συσσωρευμένο κεφάλαιο, παράγει ιστορία με βάση την ιστορία και εξασφαλίζει έτσι τη σταθερότητα στην αλλαγή».

Η έξη αποτελεί, ακόμη, μια «τέχνη του επινοείν», μια στρατηγικοπαραγωγική αρχή στα συμφραζόμενα της αναγκαίας και απρόβλεπτης συνάντησής της με το συμβάν, το οποίο αποσπά από τη συγκυρία του τυχαίου και το συγκροτεί ως πρόβλημα προς επίλυση παράγοντας άπειρες και απρόβλεπτες στρατηγικές σ' έναν κόσμο που κατά τη διαδικασία αυτή μετασχηματίζεται, αν και με ένα διατεταγμένο, ορισμένο από τις δομημένες προδιαθέσεις τρόπο. Καθώς τείνουν να αναπαραγάγουν τις νομοτέλειες που είναι εγγεγραμμένες στις συνθήκες συγκρότησης της έξης, «προσαρμοζόμενες ταυτόχρονα στις απαιτήσεις που εμπεριέχονται ως αντικειμενική δυνατότητα στην εκάστοτε κατάσταση», όπως αναγνωρίζεται και ορίζεται από τις γνωστικές και κινητήριες δομές της έξης, οι πρακτικές «δεν μπορούν να συναχθούν ούτε από τις παρούσες συνθήκες, που τις προκάλεσαν, ούτε από τις παρελθούσες συνθήκες που έχουν δημιουργήσει την έξη»∙ μπορούν να εξηγηθούν μόνο στη συνάφεια των δύο κάθε φορά στιγμών, των συνθηκών συγκρότησης και των συνθηκών εφαρμογής της γενεσιουργού αρχής τους.

Με τον τρόπο αυτό αίρονται οι αντιστίξεις συστήματος-συμβάντος και δομής-ιστορίας, καθότι κάθε νέα κατάσταση –η ίδια προϊόν δομημένων δράσεων– δομείται από τα υποκείμενα σύμφωνα με τις παρελθούσες εμπειρίες, αναδομώντας τις ταυτόχρονα, οπότε ουσιαστικά δεν νοείται εξωσυστημικός παράγοντας στην πραξιακή θεώρηση. Εντός του θεωρητικού της παραδείγματος αίρεται και η διάκριση δομής-ιστορίας, στατικών και διαχρονικών αναλύσεων, αφού η εξήγηση της πρακτικής, που βρίσκεται στο επίκεντρο της πραξιακής προσέγγισης, ορίζει μια προσέγγιση και καλεί για μια μεθοδολογία που να συνθέτει τις στιγμές που ορίζουν τη δομή και τη λειτουργία των πρακτικών και των έξεων, το παρελθόν των πραγματωμένων δομών, το παρόν της εφαρμογής τους και το δυνητικό μέλλον των αναγνωρισμένων και επιδιωκόμενων εκβάσεων τις οποίες εγκυμονεί το πεδίο.

Παράγοντας της διαλεκτικής συνέχειας-αλλαγής στο κοινωνικό γίγνεσθαι αποτελεί και η σχέση μεταξύ ατομικής και συλλογικής (ή ταξικής) έξης, που στην πραξιακή θεωρία θα πρέπει να ορισθεί ως σχέση μεταξύ ατομικών έξεων για τα μέλη μιας ομάδας. Κατά τον Bourdieu «κάθε σύστημα ατομικών προδιαθέσεων αποτελεί μια δομική παραλλαγή των άλλων, όπου εκφράζεται η μοναδικότητα της θέσης στο εσωτερικό της τάξης και της κοινωνικής τροχιάς (ή διαδρομής) που έχει διανύσει». Η ιδιαιτερότητα, λοιπόν, που φέρουν όλα τα προϊόντα μιας έξης, δεν συνιστά παρά μια απόκλιση σε σχέση με το χαρακτήρα της τάξης στην οποία εντάσσεται το άτομο. Η ίδια η έξη συνιστά έναν διαρκή δομικό μηχανισμό, μια διαδικασία «ελεγχόμενα ελεύθερης» παραγωγής και αφομοίωσης, δημιουργίας και άρσης διαφοροποιήσεων με έναν διατεταγμένο τρόπο. «Η έξη που την κάθε στιγμή δομεί (ακολουθώντας τις δομές που έχουν παραχθεί από προηγούμενες εμπειρίες) τις νέες εμπειρίες, που με τη σειρά τους επηρεάζουν τις δομές αυτές μέσα στα όρια που καθορίζουν οι δυνατότητες επιλογής τους, πραγματοποιούν μια μοναδική απαρτίωση» σε μια συνεχή διαδικασία αναδόμησης της έξης, η οποία ωστόσο κυριαρχείται από τις πρώϊμες εμπειρίες. Η «δομημένη αδράνεια» της πρώϊμα συγκροτημένης έξης, ως βάση δομικής ομολογίας μεταξύ των έξεων των μελών μιας ομάδας, έγκειται στην τάση «φιλτραρίσματος» των εισερχομένων πληροφοριών και παραγωγής στρατηγικών αποφυγής έναντι πληροφοριών και περιβαλλόντων αντιστοίχως, που τη θέτουν υπό αμφισβήτηση.

Θεμελιώδης βάση, ωστόσο της κοινωνικής αναπαραγωγής, ως διαλεκτική υποκειμένων και δομών, συντήρησης και μετασχηματισμού, αποτελεί η έννοια της «σωματικότητας» της έξης και η λογική της πρακτικής αίσθησης. Αντλώντας από τον φιλόσοφο της φαινομενολογίας και του υπαρξισμού Merleau-Ponty –ο οποίος προσέδωσε στην «προθετικότητα» (αναφορικότητα) του Husserl μια εννοιακή ευρύτητα ώστε να συμπεριλάβει το σύνολο της ανθρώπινης σχέσης με τον κόσμο– την έννοια της «σωματικής προσυνειδησιακής ύπαρξης», της «σωματικότητας της προαντικειμενικής επαφής» με τον κόσμο, ο Bourdieu κατέστησε το σώμα πηγή της πρακτικής προθετικότητας και του διυποκειμενικού νοήματος που θεμελιώνεται στο προαντικειμενικό επίπεδο της εμπειρίας. Η σχέση μεταξύ κοινωνικού δρώντος και κόσμου δεν είναι σχέση υποκειμένου-αντικειμένου, αλλά σχέση «οντολογικής συνέργειας» ή «αμοιβαίας κατοχής» μεταξύ του habitus ως κοινωνικά συγκροτημένης αρχής αντίληψης, αξιολόγησης και δράσης και του κοινωνικού κόσμου που το ίδιο ενσωματώνει ως ιστορία εξαντικειμενικευμένη σε δομές και έξεις. Η ομολογία μεταξύ κοινωνικών και νοητικών δομών επιτρέπει στο υποκείμενο να κινείται στον κόσμο και να ανταποκρίνεται στις επικλήσεις του μ' έναν συνεκτικό και συστηματικό τρόπο, με μια «κοινωνική ευαισθησία», η οποία εδράζεται σε μια συμφωνία με την εξαντικειμενικευμένη σημασία των πρακτικών και του κόσμου, εξασφαλίζοντας τη φαινομενική προφάνειά του, που διανοίγει ένα πεδίο συμπεριφορικών δυνατοτήτων στην εμπειρία. Αυτή η κοινωνική ευαισθησία, σε συνάφεια με την πολιτισμική και κοινωνική συγκρότηση των υποκειμένων και τα όρια που αυτή επιβάλλει, τούς επιτρέπει να αναγνωρίζουν επιθυμητές εκβάσεις και ερεθίσματα στις διάφορες «σφαίρες παιγνίου» των κοινωνικών χώρων και να κινητοποιούνται, να ανταποκρίνονται προθετικά, χωρίς ενσυνείδητο εντοπισμό στόχων και αναστοχαστική, θεωρητικά ορθολογική επιλογή πορείας δράσης και συμπεριφοράς όντας συναρμοσμένοι στο σύμπαν των αντικειμενικών σημασιών, από το ίδιο το γεγονός της κοινωνικής τους ύπαρξης. Η πρακτική ορθολογικότητα δεν ακολουθεί καθολικές αρχές, αλλά είναι εγγενής σ' ένα ιστορικό σύστημα κοινωνικών σχέσεων, και τα υποκείμενα δεν έχουν θεωρητική αναστοχαστική πρόσβαση στις αρχές της και στις δυνατότητες που περικλείει, στο modus operandi που τους επιτρέπει να παράγουν ορθά διαμορφωμένες πρακτικές, παρά μόνο εφαρμόζοντάς το σε πρακτικές λειτουργίες και έτσι αναπτύσσοντας και πραγματώνοντας τις στο χρόνο. Η συνοχή που παρατηρείται στα προϊόντα του πρακτικού λόγου, της έξης, δεν έχει άλλη βάση από τη «συνοχή που οι συστατικές της έξης γενεσιουργές αρχές αντλούν από τις κοινωνικές δομές από τις οποίες προκύπτουν και τις οποίες τείνουν να αναπαραγάγουν» δομώντας τις νέες εμπειρίες μέσω της εφαρμογής σ' αυτές των εσωτερικευμένων πρακτικών ταξινομήσεων της έξης με μια πράξη «πρακτικής γενίκευσης», υπάγοντας το εκάστοτε προς επίλυση συμβάν σε μια κατηγορία προβλημάτων που λαμβάνουν την ίδια λύση. Η πρακτική λογική ορίζει συνεπώς μια διαδικασία ανάπλασης (αναδόμησης) του κοινωνικά συγκροτημένου συστήματος γνωστικών και αξιολογικών δομών που οργανώνουν την αντίληψη του κόσμου και τη δράση στον κόσμο σύμφωνα με τις αντικειμενικές δομές μιας καθορισμένης κατάστασης του κοινωνικού κόσμου. Η συνεκτικότητα των πρακτικών και των αναπαραστάσεων οφείλεται, λοιπόν, στο γεγονός ότι αποτελούν προϊόν μιας αναλογικής πρακτικής ως μεταβίβασης σχημάτων της έξης βάσει κεκτημένων ισοδυναμιών, δηλαδή μιας συνδυαστικής λειτουργίας ενός μικρού αριθμού γενεσιουργών σχημάτων συνδεόμενα με σχέσεις πρακτικής υποκαταστασιμότητας [...]

Τα συστήματα προδιαθέσεων της έξης αναφέρονται, συνεπώς, στην ίδια την κοινωνική συγκρότηση του κοινωνικού δράστη, εγγράφονται σωματικά και δεν μεσολαβούνται από νοητικές διαδικασίες ορθολογικής σκέψης, αναστόχασης και υιοθέτησης ενός συνόλου πεποιθήσεων και δογμάτων, αλλά οι ίδιες εξασφαλίζοντας την πρωτογενή οικειότητα του ανθρώπου με τον κόσμο αποτελούν προϋπόθεση για τον εμπρόθετο καθορισμό των αντικειμένων ως τέτοιων στην εμπειρία. Εφόσον οι έξεις δεν είναι αναγώγιμες σε έννοιες και οι πρακτικές δεν μπορούν να αποδοθούν στην «επενέργεια» των κοινωνικών κανόνων, η κοινωνική δομή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένα αντικειμενικά προσδιορίσιμο επίπεδο εξωτερικό της δράσης που την παράγει.

Τέλος, ως προς την καίρια διάσταση της ασυμμετρίας και των σχέσεων εξουσίας και τη συμβολή τους στον ιστορικό δυναμισμό (διαλεκτική συνέχειας και αλλαγής) της κοινωνίας, ο Bourdieu παρατηρεί πως: «Οι ανταγωνισμοί συνιστούν δράσεις μέσω των οποίων κάθε τάξη προσπαθεί να κατακτήσει καινούρια προνόμια […] συνεπώς να διαστρεβλώσει τη δομή των αντικειμενικών σχέσεων μεταξύ των τάξεων. Αυτές οι δράσεις αντισταθμίζονται από τις προσανατολισμένες στον ίδιο στόχο αντιδράσεις των άλλων τάξεων» ώστε «οι αντιτιθέμενες δράσεις να καταργούνται μέσα στην ίδια κίνηση που προκαλούν», έχουν δηλαδή ως απόρροια «μια ολική μετατόπιση της δομής της κατανομής των αγαθών, που αποτελούν αντικείμενο ανταγωνισμών μεταξύ των τάξεων». Συνεπώς, οι κοινωνικές ομάδες δύνανται να διατηρήσουν τη θέση τους με την προϋπόθεση ότι μετασχηματίζονται, προκειμένου να διατηρήσουν την απόστασή τους από τις άλλες ομάδες ή τους νεοεισερχομένους. Συνεπώς, ο ανταγωνισμός πολλαπλασιάζοντας τις αλλαγές «διαιωνίζει όχι τις διαφορετικές συνθήκες, αλλά τη διαφορετικότητα των συνθηκών».

[Πηγή: https://praxeologysocial.wordpress.com - Απόσπασμα από το ομότιτλο κείμενο]

Γιώργος Καψωμένος

Αφήστε το σχόλιό σας εδώ

Copyright © 2015 Non Neutral - Created By Michael Gkinnis