Στο πρόσωπο του Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ (1900-2002) συνδυαζόταν αρμονικά η δαψιλής στην εξαιρετικότητά της διφυΐα του κλασικού φιλολόγου προς τον αυθεντικό φιλόσοφο, του βαθύνου δηλαδή ερμηνευτού της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας (αλλά και της νεοτέρας μεγάλης Ποιήσεως) προς τον σύγχρονο θεμελιωτή-ανανεωτή της φιλοσοφικής και γλωσσικής Ερμηνευτικής στη Γερμανία.
Μια φιλοσοφική και ιστορική παραλληλία ανάμεσα στον R.Descartes, τον πατέρα της νεότερης ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, και στον Gadamer είναι συγκριτικώς κατ' αρχήν διαπιστώσιμη, καθώς στο επίκεντρο του φιλοσοφικού έργου και των δύο βρίσκεται η βαρυσήμαντη έννοια της μεθόδου: "Λόγος περί της Μεθόδου" (1637) στον ένα και "Αλήθεια και Μέθοδος" (1960) στον άλλο. Ενώ όμως στον Gadamer η έννοια της φυσικομαθηματικά προσανατολισμένης μεθόδου, περιοριζόμενη στο κύρος της, επισκιάζεται σταθερά από τη βαριά παρουσία της αλήθειας των πνευματικών επιστημών, που είναι μια εντελώς διαφορετική βέβαια από τη λογικομαθηματική αλήθεια του Καρτεσίου, στον Καρτέσιο αλήθεια και μέθοδος, αντίθετα, συνανήκουν ως δύο όψεις ενός και του αυτού νομίσματος.
Ο Gadamer επιδιώκει την επανανομιμοποίηση των προ-καταλήψεων (ή προκαταληπτικών, καλύτερα, κρίσεων) και των εντός αυτών ενεργώς διαδηλουμένων στοιχείων της Παραδόσεως, ως προϋποθετικών όρων του «Κατανοείν» εν γένει. Όποιος μάλιστα αρνείται τη διαρκή παρουσία των προκαταληπτικών τούτων όρων (προκαταληπτική δομή του Κατανοείν κατά τον Heidegger) και πιστεύει ότι μπορεί να κρίνει ολοκληρωτικά και πέρα για πέρα απροκατάληπτα ή χωρίς γενικά προκαταλήψεις, αυτός κατά τον Gadamer αγνοεί ή παραγνωρίζει την ιστορική καθοριστότητα των κρίσεών του και εμπεριπίπτει ακριβώς μ' αυτό στην αδιαφανή ή αδιόρατη παντοδυναμία της προκαταλήψεως, ως μιας πραγματικής vis a tergo (ως μιας αναποδράστου δηλαδή δυνάμεως επί των νώτων του). Εξ αιτίας τούτου επεκρίθη, ως ανοιχτά εχθρευόμενος τον Διαφωτισμό και την κριτική και χειραφετητική σκέψη του διαφωτισμικού λόγου, από τους αντιπάλους του ο Gadamer. O ίδιος πάντως θέλει να απαλλάξει τον Διαφωτισμό από τον ανιστόρητο και ανιστορικό ακριβώς δογματισμό του εαυτού του (οξύτατη διαμάχη προς «Κριτικήν θεωρίαν» και ιδιαίτερα προς Habermas): από τη μεγαλύτερη τουτέστιν προκατάληψή του, την προκατάληψη κατά των προκαταλήψεων! (πρβλ. έργο του γράφοντος: Ο H.G.Gadamer και το ερμηνευτικό φαινόμενο, Αθήναι, 2001).
Κατ' ουσίαν, λοιπόν, τον Gadamer ενδιαφέρει η καλούμενη από τον ίδιο «ερμηνευτική εμπειρία», πολλαπλές δηλαδή δυνατότητες ερμηνευτικής εμπειρίας της αλήθειας, όχι μόνο στον καθαρό πάνω χώρο της φιλοσοφίας, αλλά και στο πεδίο επίσης των ιστορικών επιστημών και, προ παντός, της Τέχνης. Οι δυνατότητες αυτές ερμηνευτικής εμπειρίας της αλήθειας κείνται, ωστόσο, πολύ πέραν της φυσικομαθηματικά χρωματισμένης εκείνης μεθοδολογικής συνειδήσεως (Μεθοδολογίας), που τόσο κλασικά αλλά και καταλυτικά για τη νεότερη και σύγχρονη ευρωπαϊκή επιστήμη διετύπωσεν ο Καρτέσιος. Και στο σημείο ειδικώς αυτό ο Gadamer μπορεί να επικαλείται έναν κατ' εξοχήν παραγνωρισμένο στην εποχή του αντικαρτεσιανό διανοητή, που συνέβαλε μεγάλως στην εκ νέου αποκάλυψή του και ο ίδιος: τον Ιταλό Giabattista Vico και την ανθρωπιστικό πνεύμα αποπνέουσαν πραγματεία του: De nostri temporis studiorum ratione (1709).
Στη βικιανή διάκριση ανάμεσα σε κριτικήν καρτεσιανή (γεωμετρική) και αριστοτελίζουσαν ρητορικο-τοπολογική σκέψη αναγνωρίζει ο Gadamer μιαν διπολικότητα, που απετέλεσε και την πρωταρχικήν φιλοσοφικήν εμπειρία του ιδίου. Η βαρυσήμαντη διάκριση του Αριστοτέλους (Ζ΄ βιβλίο των "Ηθικών Νικομαχείων") ανάμεσα σε θεωρητική επιστημονική γνώση («επιστήμη» με πρότυπο τα Μαθηματικά), ως αποδεικτική γνώση και επιστήμη («το μεν γαρ επιστητόν αποδεικτόν», «η μεν άρα επιστήμη εστίν έξις αποδεικτική») και σε πρακτική και ηθική γνώση της «φρονήσεως» (και όχι της θεωρητικής «σοφίας») στάθηκε κεφαλαιώδους σημασίας και για τον ερμηνευτικό φιλόσοφο Gadamer. Η αριστοτελική αυτή ακριβώς έννοια της φρονήσεως, ως ένα «άλλο είδος γνώσεως» ως πρακτική προσφυώς γνώση των ηθικών και πνευματικών επιστημών, κυριαρχεί στη φιλοσοφική «Ερμηνευτική της εφαρμογής» του Gadamer.
Ωστόσο, από την ιδέα τούτη της φρονήσεως ο Gadamer αντλεί, αλλά και άγεται σε εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα. Και αυτά βρίσκονται πολύ μακριά πλέον από τις ερμηνευτικές αντιλήψεις της υπαρξιακής και θεμελιακής Οντολογίας του Ηeidegger.
Για τον Gadamer, τον διάδοχο του Κ. Jaspers στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, το αριστοτελικό πρόγραμμα της πρακτικής επιστήμης απετέλεσε το επιστημολογικό και θεωρητικό πρότυπο των πνευματικών επιστημών, των ερμηνευτικών τουτέστιν επιστημών του «Κατανοείν» και της κατανοήσεως. Αντίθετα έτσι προς τον θετικό επιστήμονα πατέρα του Joh.Gadamer, που ήταν απόλυτα πεπεισμένος για τη μοναδικότητα του μεθοδολογικού κύρους των φυσικομαθηματικών επιστημών, ο υιός H.G.Gadamer επέπρωτο ακριβώς να θέσει υπό αμφισβήτηση το φυσικομαθηματικό μονοπώλιο της πατρικής μεθόδου. Κι εδώ ακριβώς εντοπίζεται και ο ιδιαζόντως θετικός ρόλος της αριστοτελικής Ρητορικής ως, τρόπον τινά, παραφυάδος της διαλεκτικής (περί τα «κοινά τρόπον τινά απάντων» και περί τα «ένδοξα συλλογίζεσθαι») και της περί τα ήθη πραγματείας.
Το γεγονός τούτο είχεν ανυπερτίμητες όντως συνέπειες για τη λογοτεχνική επιστήμη του καιρού μας (Λογοτεχνία). Στον χώρο των θετικών έτσι ανταποκρίσεων συνανήκει ευρύτερα και εντάσσεται η λεγόμενη «Αισθητική της υποδοχής ή της υποδεκτικής αναλήψεως» («Rezeptionsasthetik») του Hans-Robert Jauss. Από την πλευρά των αρνητικών και κριτικών πάλιν αντιδράσεων, πρέπει να μνημονευθούν ασφαλώς, πρώτον, ή «Ideologiekritik» (σφοδρή αντιπαράθεση Gadamer-Habermas), που καταλογίζει στην Ερμηνευτική άκριτη και, κατά τούτο, ανελεύθερη και μη χειραφετητική προκαταληπτική υπερτίμηση της σημασίας της Παραδόσεως και, δεύτερον, ο μετανεοτερικός Γάλλος αποδομιστής φιλόσοφος J. Derrida που αρνείται τη δυνατότητα ενός ενυπάρχοντος συνεκτικού νοήματος σε γλώσσα και σε Κείμενο.
Ελέγχεται, κατά συνέπεια, ως αληθές, ότι ο Gadamer αφύπνισε στους κόλπους των φιλολόγων την ιστορική συνείδηση της «ερμηνευτικής καταστάσεως» και τους εδίδαξε την πνευματική σύντηξη και ιστορική διαμεσούργηση των οριζόντων του Παρόντος προς το ιστορικό Παρελθόν και τους ορίζοντες του Παρελθόντος (Ηorizontverschmelzung).
Ο ερμηνευτικός, σε τελευταία ανάλυση, διάλογος με την Παράδοση και τα κείμενα αποτελεί χαρακτηριστικόν όντως γνώρισμα ή ιδιότητα και της βαθιάς διαλογικότητος του προσωπικού φιλοσοφικού ήθους του Gadamer (Ερμηνευτική του διαλόγου). Συχνά άλλωστε και κατ' επανάληψη προέβη στη φιλοσοφική αποκάλυψη ο ίδιος ο Gadamer για το επί πόσο μακρόν χρόνο βαριά του έπεφτε η συγγραφή και το γράψιμο. Κι αυτό δεν οφείλετο στο «καταραμένο», όπως γράφει, «συναίσθημα» που τον συνόδευε διά βίου, στο συναίσθημα δηλαδή ότι ο Heidegger, ο σπουδαιότερος και διασημότερος των διδασκάλων του, τον ατένιζε με το βλέμμα, ούτως ειπείν, λοξά πάνω από τους ώμους του (με το οιονεί καταφρονητικό και ελεγκτικώς άγρυπνο και διαπεραστικό δηλαδή μάτι του δασκάλου), αλλά και στο γεγονός, πως το αυθεντικό στοιχείο του Gadamer ήταν η προφορική και διαλογική πάντα συνουσία και ανταλλαγή σκέψεων.
Διά τούτο και ο προικισμένος με αυθεντικόν, ωσαύτως, ακαδημαϊκόν πάθος διδάσκαλος και σωκρατίζων εταίρος του φιλοσοφικού διαλόγου, ήταν σε ολόκληρη σχεδόν τη ζωή του κατά πολύ λιγότερο συγγραφεύς δημοσιευμένων φιλοσοφικών έργων του παρά, πολύ υψηλών όντως αξιώσεων, καταπειστικός φιλοσοφικός ρήτωρ και ομιλητής (ο γράφων έχει συγκλονιστικές εμπειρίες του πράγματος...) και μεγάλης διαλογικής υπομονής επακροώμενος προσεκτικά συνομιλητής. Η ζητητικά διαυγής και ριζικώς διαπορούσα φωνή του διαπερνά, ακόμη και σήμερα και μετά τόσα ακριβώς χρόνια, τις πανεπιστημιακές αίθουσες, προσπορίζοντας στον ζωντανό προφορικό λόγο ό,τι ακριβώς στερείται και όπου συναφώς υπολείπεται ο ανυπεράσπιστος κατά τον Πλάτωνα γραπτός λόγος.
Μέχρι τα εξήντα του χρόνια ο Gadamer –δηλαδή μέχρι το έτος δημοσιεύσεως του θεμελιώδους έργου του: "Αλήθεια και Μέθοδος" (1960)– δεν είχεν ουσιαστικά κανένα εκτενές ή ογκώδες έργο του δημοσιεύσει. Η μερίδα του λέοντος στα εκδεδομένα «Άπαντα» του έργου του προέκυψε κατ' αρχήν μετά την αποχώρησή του από το Πανεπιστήμιο (1968). Με τη φοβία του μπροστά στη συγγραφή και στο γράψιμο, τον διαλογικώς μαιευτικό τρόπο του φιλοσοφείν, αλλά και με το, όχι τελευταία, ειρωνικόν ήθος του μη ειδότος και της άγνοιας, ιχνηλατεί εκ νέου προφανώς τον παράδοξο πρωτοφιλοσοφικό δρόμο του Σωκράτους.
Η δική του φιλοσοφική και ερμηνευτική αρχή τού να διατελεί πάντα ανοιχτός [η «Offenheit» (=ανοικτότης) αποτελεί βασικήν αρχή της κριτικής και διαλογικής Ερμηνευτικής του] και πρόθυμος στον διανθρώπινο και διαπολιτισμικό προς συνεννόηση διάλογο, εμπερικλείει προϋποθετικά την αρετή της φιλοσοφικής σεμνότητος και ικανότητος του ακούειν άλλους.
Τις καταφρονητικές παντός αυταρχικού ή υπεροπτικού φερσίματος αυτές αρετές, ο Gadamer τις ενστερνίστηκε όχι μόνο στη θεωρία αλλά τις έκανε και πράξη: φιλοδωρώντας, γενναιόδωρα, έτσι τον συνομιλητή και ακροατή του με τη σπανίζουσα ανθρώπινη και πνευματική ευδαιμονία του να αισθάνεται και αυτός ως ένας ομοφυής και ισότιμος μαζί του. Όποιος όμως συναντήθηκε –και πολύ περισσότερο όποιος επί μακρόν εμαθήτευσε κοντά του– θα έχει πάντα μετά του Αμλετ το δικαίωμα να αναφωνεί: «Τέτοιον άνδρα, δεν πρόκειται ποτέ να ξαναδώ όμοιόν του»!
Ιστότοπος για ανταλλαγή απόψεων και έκφραση ιδεών