Η "Διαλεκτική του Διαφωτισμού" των Τεοντόρ Αντόρνο (Theodor W. Adorno) και Μαξ Χόρκχαϊμερ (Max Horkheimer) είναι ένα βιβλίο πολύ ιδιαίτερο. Όπως σημειώνει ο Χάμπερμας (Habermas) στο βιβλίο του "Ο Φιλοσοφικός Λόγος της Νεωτερικότητας", «κατά το μεγαλύτερο μέρος του προέκυψε από σημειώσεις που κράτησε η Γκρέτελ Αντόρνο κατά τη διάρκεια συζητήσεων μεταξύ του Χόρκχαϊμερ και του Αντόρνο στη Σάντα Μόνικα... και αποτελείται από ένα δοκίμιο, λίγο μεγαλύτερο από πενήντα σελίδες, δύο παρεκβάσεις και τρία παραρτήματα, τα οποία καταλαμβάνουν περισσότερο από το μισό του κειμένου. Το κείμενο ήταν τελειωμένο το 1944 και τρία χρόνια αργότερα δημοσιεύτηκε στο Αμστερνταμ».
Το κυρίως κείμενο αρχίζει με τη διαπίστωση πως ανέκαθεν ο Διαφωτισμός επεδίωκε να απελευθερώσει τους ανθρώπους από τον φόβο και να τους κάνει κυρίαρχους. Το κυρίως πρόγραμμα του Διαφωτισμού ήταν να απελευθερώσει τον κόσμο από τη μαγεία και να προσφέρει στη φαντασία τη στέρεη υποστήριξη της γνώσης. Το βιβλίο αυτό, ορόσημο στη δημιουργία της Κριτικής Σχολής της Φρανκφούρτης, εμφανίζει τον Διαφωτισμό –όχι μόνο με την έννοια της συγκεκριμένης ιστορικής και πνευματικής περιόδου που χαρακτηρίζεται ως νεωτερικότητα, αλλά και ως χαρακτηριστικό εμμενές της συνολικής ορθολογικής παράδοσης της Δύσης– να δυσκολεύεται ν' αποσχισθεί από τις μυθικές του καταβολές και ως Λόγος να καταστρέφει τελικά την ανθρωπότητα που κατέστησε δυνατή. Όχι μόνον είναι δυνατόν να διαπιστώσουμε πως η αλληλοδιείσδυση μύθου και Διαφωτισμού είναι πανίσχυρη, αλλά κάτω από το ερμηνευτικό σχήμα «ο μύθος είναι Διαφωτισμός και ο Διαφωτισμός είναι μύθος», οι γερμανοί στοχαστές προσπαθούν να δώσουν ένα ισχυρότατο ράπισμα στην οίηση κάθε σύγχρονού τους «συστηματικού» φιλοσόφου, που μετατρέπεται έτσι σε απολογητή μιας απ' άκρου εις άκρον εργαλειακής κουλτούρας.
«Ο Διαφωτισμός θα είχε επιτύχει αν η απομάκρυνση από τις απαρχές σήμαινε απελευθέρωση. Η εξουσία του μύθου αποδεικνύεται όμως ως το επιβραδυντικό στοιχείο, που ανακόπτει την πορεία της ποθητής χειραφέτησης, που παρατείνει συνεχώς μια σύνδεση με τις απαρχές, η οποία βιώνεται και ως αιχμαλωσία. Γι' αυτό ο Χόρκχαϊμερ και ο Αντόρνο ονομάζουν διαφωτισμό τη συνολική διαδικασία που εκκρεμεί μεταξύ των δύο μερών. Ως καθυπόταξη των μυθικών δυνάμεων αυτή η διαδικασία υποτίθεται ότι τώρα σε κάθε νέο στάδιο προκαλεί μοιραία την επιστροφή του μύθου. Ο Διαφωτισμός υποτίθεται ότι ξαναπέφτει στη μυθολογία. Οι συγγραφείς προσπαθούν να επαληθεύσουν και αυτή τη θέση, βάσει του σταδίου της συνείδησης στην Οδύσσεια».
Όχι μόνον το Καρτεσιανό πρόγραμμα αδυνατεί ν' αυτονομηθεί από τις μυθικές του καταβολές, εδώ οι Αντόρνο και Χόρκχαϊμερ επιχειρούν ένα βήμα παραπάνω: ο Ομηρικός Οδυσσέας εμφανίζεται στον σύγχρονο αναγνώστη ως ο «πρώτος καπιταλιστής», που μέσα από τον πανούργο συμβολισμό της θυσίας συνδυάζει τον μύθο και την ορθολογική εργασία πλέοντας προς μία διαχρονικά νοηματοδοτημένη Ιθάκη. Η προσέγγιση των δύο γερμανών στοχαστών, όσο παρακινδυνευμένη και αν είναι, έρχεται να ψαύσει αποφασιστικά το σώμα του αρχαιοελληνικού μύθου: ακόμα και ο ίδιος ο θεμελιωτής της δυτικής «προσδιοριστικότητας» –ο Πλάτων– δεν θα διστάσει να κινηθεί παντρεύοντας Λόγο και Μύθο, άλλοτε προς όφελος της διαλεκτικής και άλλοτε χάριν των αιτημάτων της σκέψης στην πιο αμιγή της εκδοχή.
Αν η εργαλειακότητα του Λόγου έφτασε να περιορίσει και τελικά να καταστρέψει τελείως την κριτική σκέψη, οι Καντ, Σαντ και Νίτσε υπήρξαν καίριοι ανατόμοι της δυτικής μεταφυσικής, ενός σώματος που επιβίωνε βυθίζοντας στην πλάνη τον πολίτη της νεωτερικότητας, τη στιγμή που ο διαφωτιστικός λόγος υποσχόταν κάτι άλλο από αυτό που ήταν σε θέση να προσφέρει: τον πολιτικό όσο και πνευματικό αυταρχισμό, αντί διανοητικής αυτονόμησης και ελευθερίας. Υπήρξε η νεωτερικότητα τελικά μία φενάκη που κατέστειλε βίαια ό,τι διατείνοταν πως θα καλλιεργούσε;
Η επισήμανση των Αντόρνο και Χόρκχαϊμερ πως ο Διαφωτισμός τελικά στη σύγχρονη εποχή κατέστρεψε την κριτική δύναμη, φέρνει στον νου τον χώρο της φαντασίας καθώς τούτη εμφανίζεται κατεξοχήν ως γενεσιουργός δύναμη του φαινομένου της τέχνης, του κατεξοχήν πεδίου άσκησης της κριτικής δύναμης. Αν ο μύθος από τη φύση του απευθύνεται στην ανθρώπινη φαντασία, είναι αξιοπρόσεκτο πως ο Μεσαίωνας ενσωματώνει τα μυθικά σχήματα προγενέστερων εποχών, αφομοιώνοντάς τα μέσα από τη δική του συμβολική γλώσσα, μια γλώσσα που έχει άμεσα να κάνει με τη φαντασία και παρά το ότι δεν προάγει, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, αιτήματα του ορθού λόγου, καθώς σχετίζεται με τη θρησκεία, τη μαγεία και τον αποκρυφισμό, εν τούτοις, εκφράζεται μέσα από μία φαντασιακή παραγωγή οργιώδη, σ' έναν βαθμό μάλιστα που η ανθρωπότητα θα δυσκολευτεί να ξανασυναντήσει κάτι παρόμοιο.
Αν η μαγεία δεν υπήρξε αποκλειστικά ένας τρόπος ερμηνείας της πραγματικότητας, μα και «μία ενότητα από νόρμες», κατάλληλη για να εκφράσει τα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής και τον αρχετυπικό αρχέγονο πλούτο του ασυνειδήτου, παραμένει ένα ερώτημα κατά πόσον το πρόγραμμα της νεωτερικότητας να απαλλάξει τους ανθρώπους από τη μαγεία, τελικά τελεσφόρησε όσον αφορά τον διαφωτιστικό του χαρακτήρα. Αν το κυνήγι των μαγισσών υπήρξε τελικά ένας εξορκισμός εκ μέρους της εξουσίας, της σκοτεινότερης ψυχικής παρακαταθήκης του ανθρώπινου όντος, ο Μεσαίωνας τελικά δεν παύει να είναι η εποχή κατά την οποία άρρητοι και σκοτεινοί ψυχικοί, μα και πνευματικοί ανθρώπινοι χώροι βρίσκουν τρόπο να εκφραστούν με «νόμιμα μέσα»: μήπως οι θρησκευτικές αιρέσεις και οι εκατοντάδες διυλίσεις των αλχημιστών δεν συνιστούσαν εξαιρετικά ευέλικτα ερμηνευτικά μοντέλα για πραγματικότητες που σήμερα αποσιωπούμε;
Αν ο Διαφωτισμός κινητοποιήθηκε και από την ευγενή φιλοδοξία να προσφέρει στη φαντασία το στέρεο υπόβαθρο της γνώσης, παραμένει το ερώτημα, κατά πόσον το καρτεσιανό και κατόπιν το καντιανό πρόγραμμα ενσωματώνουν την ολότητα των προϋποθέσεων της νεωτερικότητας ή αν η απεμπόληση των πρωτείων της φαντασίας από το έργο του Καρτέσιου, του Σπινόζα και του Λάιμπνιτς συντελείται με τεράστιο κόστος, τόσο για τη φιλοσοφική σκέψη όσο και για την επιτυχημένη εκφορά της συμβολικής γλώσσας του νεότερου ανθρώπου.
Αν ο Μαξ Βέμπερ έβλεπε στον σύγχρονο κόσμο τους αρχαίους θεούς να βγαίνουν απομαγικοποιημένοι από τα μνήματά τους εν είδει απρόσωπων δυνάμεων, θα λέγαμε πως η ανθρώπινη ψυχή, σήμερα παρά ποτέ άλλοτε, τη στιγμή που υφίσταται σε πολιτισμικό επίπεδο τέτοιο βιασμό, όσο και προσπάθεια στρέβλωσης, υποβάθμισης και διαφθοράς της, εγείρει αμετάκλητα την αξίωση διατύπωσης ορθολογικών αιτημάτων. Καθώς η εξορθολογισμένη σύγχρονη κοινωνία ανθίσταται στη διατύπωση ενός ουσιωδώς διαφωτιστικού λόγου, θα δυσκολευτούμε να επισημάνουμε ένα σύγχρονο υποκείμενο. Αυτό «μας κλείνει το μάτι», από μακριά, περιμένοντας υπομονετικά μαζί με τους απόντες θεούς του Χέλντερλιν.
Ιστότοπος για ανταλλαγή απόψεων και έκφραση ιδεών