Ιστότοπος για ανταλλαγή απόψεων και έκφραση ιδεών

26/11/2015

Ένας μεταφυσικός υλισμός: Η αλλαγή κατεύθυνσης των επιστημών κατά τον 19ο αιώνα

Της Colette Guillaumin

Charles Darwin

Η θέση που καταλαμβάνει ο Δαρβίνος στις επιστήμες του 19ου αιώνα είναι όχι μόνο κεντρική αλλά και συμβολική. Εκπροσωπεί μια αμφιλεγόμενη περίοδο στην ιστορία των σύγχρονων επιστημών οι οποίες μετασχηματίζονται την εποχή εκείνη. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στις επιστήμες του 18ου αιώνα και τις επιστήμες της εποχής μας πραγματοποιείται σ' εκείνη την ιστορική στιγμή. Ο Λαμάρκ και ο Δαρβίνος, τους οποίους τόσο συχνά –και δίκαια– συσχέτισαν και τόσο συχνά –και επίσης δίκαια– αντιδιέστειλαν, τοποθετούνται ένθεν και ένθεν του ρήγματος και αποτελούν δύο αρκετά χαρακτηριστικά παραδείγματα των διαφορετικών επιστημονικών στάσεων. Μέχρι το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, οι επιστήμες παραμένουν, παραδόξως, ανεξάρτητες από τη θεολογία και εντελώς ξένες προς την πίστη και την τάση ιεροποίησης του πραγματικού. Και αυτό είναι παράδοξο διότι η κοινωνία στην οποία αυτές ασκούνταν επέβαλε τη διαρκή αναφορά στο θρησκευτικό σύμπαν ακόμη και για λόγους διαφοροποίησης από αυτό. Μήπως οι κοινωνίες της εποχής εκείνης με το να διατηρούν έναν σαφώς ορισμένο, ειδικό και κοινωνικά ενταγμένο θεολογικό τομέα άφηναν τη σκέψη και την εμπειρική παρατήρηση να αναπτυχθούν έξω από το ιερό, σε έναν κόσμο διαφορετικό, απαλλαγμένο από τις επιρροές της μεταφυσικής η οποία είχε κλειστεί στους δικούς της θεσμούς; Είναι βέβαια δύσκολο να το μάθουμε αλλά πάντως οι επιστήμες ήταν τότε εκούσια ορθολογικές, κατευθύνονταν από και προς την ορθολογικότητα και διαφοροποιούνταν καθαρά από τη δογματική σκέψη.

Στη διάρκεια όμως του 19ου αιώνα παρατηρείται ένα πολύ σημαντικό φαινόμενο στην εξέλιξη της επιστημονικής σκέψης. Ο δαρβινισμός αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του φαινομένου, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τους επιγόνους του. Το μεταφυσικό ή το θεολογικό γίνονται ξανά συστατικό τμήμα της σκέψης και ενσωματώνονται εκ νέου στους τρόπους συλλογισμού. Με άλλα λόγια, η επιστήμη αφού έγινε η κυρίαρχη μορφή σκέψης σε μια καθαρά βιομηχανική και τεχνική κοινωνία, απορροφά και χρησιμοποιεί για λογαριασμό της την τελεολογία και την ιερατική στάση απέναντι στο πραγματικό, οι οποίες χαρακτήριζαν τη θεολογική προσέγγιση στους προηγούμενους αιώνες, δηλαδή στην περίοδο της κυριαρχίας της. Η έννοια του σύμπαντος, η σημασία των κοινωνικών σχέσεων, ο προορισμός (finalite) της «Φύσης», πλαισιώνουν την «Επιστήμη» και θα βρίσκονται από δω και πέρα στο επίκεντρο. Αυτό που μέχρι τότε αποτελούσε παρατήρηση, υπόθεση, επίπονη κατασκευή, εσωτερική κριτική, αποκτά μια νέα διάσταση, «ανεβαίνει» θα λέγαμε και αφομοιώνει μια νοητική στάση που ανήκε αποκλειστικά στους θρησκευτικούς μηχανισμούς. Η έννοια της ζωής γίνεται πλέον επιστημονικό ζήτημα και παύει να αποτελεί υπόθεση δόγματος ή αποκάλυψης. Οι κανόνες που οργανώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη συνάγονται από τις αντιλήψεις ενός θεσμού που ονομάζεται «Επιστήμη» και όχι πλέον «Εκκλησία». Οι επιστήμονες γίνονται εκφραστές δογμάτων στη θέση των κληρικών.

Η πρώτη επιστήμη, εκείνη που ανάγεται στην εποχή πρωτοκαθεδρίας της θρησκείας, ήταν εξ ορισμού, και κατ' ανάγκην θα έλεγε κανείς, υλιστική. Όσο διαιωνίζονταν οι δυσκολίες που συναντούσε με τους εκκλησιαστικούς μηχανισμούς, τόσο πιο φανερά και έντονα γινόταν υλιστική. Αυτή η καθαρά υλιστική στάση επιβαλλόταν σε τέτοιο βαθμό ώστε κανείς δεν είχε διανοηθεί να αποσαφηνίσει το στοιχείο αυτό. Δεν υπήρχε τότε εσωτερική διαμάχη στις επιστήμες. Η σύγκρουση που θα εμφανιζόταν στη συνέχεια ως αντιπαράθεση μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού δεν υπήρχε – ή πάντως εκδηλωνόταν μεταξύ δύο θεσμών (επιστήμη και μεταφυσική, παρατήρηση και δόγμα) και όχι στους κόλπους του ενός από αυτούς. Οι ρόλοι είχαν διανεμηθεί και καθορισθεί με σαφήνεια. Όσο όμως η θεολογία χάνει την κυρίαρχη θέση της, ο διαχωρισμός παύει να υπάρχει και δημιουργείται σύγχυση. Η διαμάχη μεταξύ των δύο προσεγγίσεων λαμβάνει πλέον χώρα στο εσωτερικό των επιστημών αφού την εποχή εκείνη η μεταφυσική καθίσταται συστατικό μέρος της επιστημονικής πρακτικής. Ο 19ος αιώνας, που θεωρείται κατ' εξοχήν υλιστικός όπως στερεότυπα λέγεται, εμφανίζεται παραδόξως ως υλιστικός εκείνη ακριβώς τη στιγμή που η επιστημονική πρακτική ενσωματώνει ιδεαλιστικά στοιχεία. Η επιστήμη επιχειρεί να αναγορευθεί σε υλιστική μόνο όταν χάνει την ανεξαρτησία της απέναντι στη θεολογία και ενώ η προσπάθεια της να διαφοροποιηθεί γίνεται όλο και δυσκολότερη, σε βαθμό μάλιστα που η έννοια του υλισμού καταλήγει σιγά σιγά στο να συγχέεται με την ουσιοκρατία, δηλαδή με μια ιδιαίτερη μορφή μεταφυσικής. Αυτή η παρέκκλιση προς την ουσιοκρατία έχει σχεδόν ολοκληρωθεί σήμερα που η αντίληψη για τα γονίδια παραπέμπει παραδόξως στην «presence reelle» των καθολικών χριστιανών και θα προκαλούσε σίγουρα την έκπληξη των επιστημόνων του 17ου και 18ου αιώνα οι οποίοι επιδίωκαν σταθερά και επίμονα να απαλλαγούν από την κηδεμονία της μεταφυσικής. Η ουσιοκρατία χαρακτηρίζει σήμερα ένα τρόπο σκέψης που κυριαρχείται από το αξίωμα των αυθόρμητων ιδιοτήτων της ύλης και πιο συγκεκριμένα σήμερα από την ιδέα του φυσικού υποβάθρου.

Αυτή η αλλαγή κατεύθυνσης, δηλαδή το νέο στοιχείο της συγχώνευσης μιας θεολογικής στάσης με ένα εμπειρικό επιστημονικό διάβημα, εντοπίζεται στα μέσα του 19ου αιώνα. Και ο Δαρβίνος είναι ένα πρόσωπο κλειδί αυτής της διαδικασίας. Είναι ο αυθεντικότερος επιστήμονας λόγω της σχολαστικής προσοχής και της μεγάλης σύνεσης στη σύνθεση των στοιχείων που διαθέτει ενώ η λογική του οξύτητα μαρτυρεί ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικά ορθολογικό πνεύμα. Και ταυτόχρονα είναι ο πιο καθαρός ιδεολόγος, ένας παθιασμένος ελιτιστής που γοητεύεται από την επιτυχία, ενδιαφέρεται για την κοινωνική δικαίωση. Δεν ήταν βέβαια ακόμη λάτρης της «Επιστήμης» – στάση που θα γενικευθεί στα τέλη του 19ου αιώνα. Αυτό θα είναι το χαρακτηριστικό των κοινωνικών δαρβινιστών, ανθρώπων που υποκλίνονταν στις αρχές και το οποιοδήποτε κατεστημένο. Ο Δαρβίνος –όπως και ο Gobineau– παραμένει μέχρις ενός βαθμού ερασιτέχνης. Δεν θεωρεί την ερευνά του ως λειτούργημα ή μέσο που μπορεί να οδηγήσει στη λύτρωση του ανθρώπου, ούτε τη θεωρεί επ' ουδενί ως ένα όπλο στα χέρια κάποιας κοινωνικής ομάδας. Και οι δύο όμως κάνουν το σημαντικό βήμα που καθιστά την επιστημονική σκέψη προνομιακό χώρο και μέσο έκφρασης ιδεολογικών και πολιτικών επιλογών. Το φαινόμενο αυτό είναι τόσο σημαντικό και αποτελεί τέτοιο σταθμό ώστε σήμερα είναι αδύνατο πλέον να διαχωρίσουμε την επιστημονική από την πολιτική επιλογή. Στα μέσα του 20ου αιώνα έγινε σαφές ότι ο «ιερός» χαρακτήρας των επιστημών είναι ο δίαυλος μέσω του οποίου εκφράζεται η αδιάρρηκτη σχέση πολιτικών και επιστημονικών επιλογών. Και αυτό διότι οι επιστημονικές θεωρίες αντί να αποτελούν ένα σύνολο από επιμέρους (επαληθευμένες ή) προς επαλήθευση υποθέσεις οι οποίες πρέπει να ενταχθούν σε νέα σχήματα –κάτι που πράγματι συμβαίνει εφόσον ορισμένα μέρη τους ξαναχρησιμοποιούνται σε διαδοχικούς σχηματισμούς και θεωρίες– παρουσιάζονται και υιοθετούνται από το πλατύ κοινό ως ομογενή σύνολα που μεταφέρουν κάποιο μήνυμα για τη φύση του ανθρώπου ή του κόσμου. Η εκ νέου ενασχόληση με την «ευφυΐα» που αντιμετωπίζεται ως γενετικό χαρακτηριστικό και θεωρείται ως κληρονομικό και καθοριζόμενο από την τάξη, τη φυλή ή το φύλο, αποτελεί ένα θαυμάσιο παράδειγμα αυτής της στάσης.

Η επιλογή της ενασχόλησης με τον τρόπο που τα ανθρώπινα όντα προσεγγίζουν και αντιμετωπίζουν το σύμπαν τους –αυτό που ορισμένοι αποκαλούν «ευφυΐα»– είναι ήδη μια περιοριστική επιλογή στο σύνολο των διαδικασιών μετασχηματισμού αυτού του σύμπαντος από το ανθρώπινο είδος. Επιπλέον, η επιλογή του να μελετήσει κανείς αυτό που αποκαλείται «κληρονομικότητα» της ευφυΐας προϋποθέτει ότι: 1) υποθέτουμε πως αυτή η νοητική πρακτική έχει κάποια σχέση με αυτό που αποκαλείται γενετική κληρονομικότητα, δηλαδή με τη μεταβίβαση ανατομοφυσιολογικών χαρακτηριστικών που είναι μετρήσιμα και ολοκληρωμένα, 2) υποθέτουμε πως η σχέση αυτή είναι πρωταρχική και απόλυτα καθοριστική (αυτές οι δύο αντιλήψεις συναντώνται σε όλες ανεξαιρέτως τις σύγχρονες εργασίες για την «ευφυΐα») και 3) τέλος –και κυρίως– η επιλογή αυτή προϋποθέτει ότι βάζουμε σε παρενθέσεις, παραβλέπουμε κάθε άλλη μορφή κατανόησης και προσέγγισης ενός τέτοιου φαινομένου και ότι το αντιλαμβανόμαστε ως επιτακτικό με κριτήριο μια βιογενετική τμήση των σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους και τον κόσμο τους αλλά και ανάμεσα στους ίδιους τους ανθρώπους. Το παράδειγμα αυτό είναι ιδιαίτερα εύγλωττο αυτή τη στιγμή που, όπως ξέρουμε, η διαμάχη ανάμεσα σ' αυτούς που δίνουν προτεραιότητα στην ουσία («essentialistes») και σ' αυτούς που δίνουν προτεραιότητα στη διαδικασία («processistes») αποκρυσταλλώνεται κυρίως στο ζήτημα της ευφυΐας. Όσοι δίνουν προτεραιότητα στη διαδικασία πιστεύουν ότι κάθε απομονώσιμο φαινόμενο διασταυρώνεται με μια σειρά άλλων φαινομένων και δεν μπορεί να γίνει κατανοητό παρά μόνο με βάση σχέσεις και διαδικασίες. Αντίθετα, εκείνοι που δίνουν προτεραιότητα στην ουσία πιστεύουν ότι κάθε φαινόμενο ενέχει καθ' εαυτό μια πραγματικότητα η οποία πάντοτε βρίσκει εμπόδια ή αναπτύσσεται ανάλογα με τις εξωτερικές συνθήκες, αλλά όμως προϋπάρχει και δεν είναι αποτέλεσμα αλληλεπιδράσεων. Οι τελευταίοι είναι οι άμεσοι κληρονόμοι μιας μεταφυσικής σύμφωνα με την οποία τα όντα προέρχονταν από το λόγο του θεού. Η οπτική τους προϋποθέτει μια θεολογική προσέγγιση του σύμπαντος. Στάση δογματική που σε τελική ανάλυση μετατρέπει κάθε επιστημονική πρόταση σε πολιτικό πρόταγμα.

Υπάρχει λοιπόν εδώ μια χαρακτηριστική πλευρά της στενής διαπλοκής μιας κοινωνίας με την επιστήμη που αυτή παράγει. Γιατί αν οι τμήσεις του πραγματικού για ερευνητικούς λόγους είναι αιτιολογημένες, οργανωμένες και προκύπτουν από τις συγκεκριμένες σχέσεις που οργανώνουν αυτή την κοινωνία (κάτι που αποτελεί το πρώτο στάδιο της στενής σύνδεσης ανάμεσα στην επιστημονική σκέψη και την κοινωνική οργάνωση), εμφανίζεται στο εξής μια επιπρόσθετη σύνδεση μεταξύ της κοινωνίας και της πνευματικής παραγωγής της: πρόκειται για τον κανονιστικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης πνευματικής παραγωγής. Είναι βέβαιο ότι αυτό συνέβη όταν η οικονομικά και νομικά κυρίαρχη τάξη συνδέθηκε από κοινωνική άποψη με την πνευματικά κυρίαρχη τάξη, όταν οι κληρικοί και οι κυβερνήτες αποτέλεσαν τμήματα του ίδιου κοινωνικού μορφώματος. Ο 19ος αιώνας αντιμετωπίζει την εξής συγκυρία, η οποία είχε εμφανιστεί ελάχιστες φορές μέχρι τότε: η τάξη που αποφασίζει και διοικεί είναι ταυτόχρονα η τάξη που παράγει άμεσα και διαρκώς τη γνώση – παρ' ότι βέβαια οι δύο δραστηριότητες δεν ασκούνται από τα ίδια άτομα. Το θεωρητικό πρόταγμα συνδέεται συνεπώς με το πολιτικό πρόταγμα, οι παρατηρήσεις περί ισχύος γίνονται εγκώμιο της ισχύος. Η ανάλυση και η θεωρητική παρατήρηση παραχωρούν τη θέση τους στο δογματικό λόγο ο οποίος ιδρύει βραχυπρόθεσμα μια τάξη πραγμάτων. Το ιερό έχει εισχωρήσει στην επιστήμη.

[Πηγή: http://www.theseis.com – Απόσπασμα του κειμένου της Colette Guillaumin: "Παρατηρήσεις για την καταγωγή των ειδών και τους επιγόνους της" σε μετάφραση Δημήτρη Δημούλη και Βαγγέλη Παιζη]

Colette Guillaumin

Αφήστε το σχόλιό σας εδώ

Copyright © 2015 Non Neutral - Created By Michael Gkinnis